Apple Airtags: Κινδυνεύουμε από μία εφαρμογή που βρίσκει τα κλειδιά μας;

Γράφει η Μιρέλλα Καβαδάκη *

Ετοιμάζεσαι να βγεις έξω. Βάζεις παπούτσια, παίρνεις τσάντα, κινητό, πορτοφόλι, αλλά δε βρίσκεις τα κλειδιά σου. Κάνεις άνω-κάτω το σπίτι και ακόμη πουθενά τα κλειδιά. Οι φίλοι σου σε περιμένουν κι εσύ έχεις ήδη αργήσει αρκετά. Τί κάνεις;

Εάν συνηθίζεις να χάνεις τα πράγματά σου ή να τα ξεχνάς σε διάφορα μέρη -ποιος δεν το κάνει άλλωστε;- η Apple σου προσφέρει τη λύση με το νέο της προϊόν, το AirTag. Η Apple λάνσαρε αυτή τη μικρή κυκλική συσκευή τον Απρίλιο του 2021 με σκοπό να βοηθήσει τους χρήστες των προϊόντων της (Ipad, Iphone, κλπ) να ανιχνεύουν τα αντικείμενά τους.

Πώς λειτουργεί το AirTag και τα πλεονεκτήματά του

Το μόνο που χρειάζεται να κάνει ο χρήστης είναι να τοποθετήσει το AirTag στο αντικείμενο, που επιθυμεί να γνωρίζει την τοποθεσία του. Για παράδειγμα, μπορεί να τοποθετήσει το AirTag στην αποσκευή του, έτσι ώστε σε περίπτωση που χαθεί, να ξέρει πού βρίσκεται. Μάλιστα, ο χρήστης έχει δικαίωμα να συνδέσει στο Apple ID του έως και 16 διαφορετικά AirTag, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ανιχνεύσει έως και 16 διαφορετικά αντικείμενα.

Το AirTag είναι μία μικρή συσκευή 1.26 ιντσών, το οποίο μεταδίδει συνεχώς σήμα μέσω Bluetooth. Το iPhone/iPad σας, ή τα iPhone/iPad αγνώστων που μπορεί να περπατήσουν εντός της εμβέλειας Bluetooth του AirTag σας, διαβιβάζουν το σήμα στην Apple μέσω του διαδικτύου, μαζί με τις συντεταγμένες GPS του σημείου που βρισκόταν το τηλέφωνο ή το tablet, όταν εντόπισε το σήμα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί ένα τέτοιο προϊόν στην αγορά. Η εταιρία Tile προσφέρει 4 hardware συσκευές[1], οι οποίες μπορούν να ενσωματωθούν σε κλειδιά, να μπουν στο πορτοφόλι ή να κολλήσουν στο σκελετό του ποδηλάτου. Ο βασικός λόγος, που τα AirTag καταλαμβάνουν την κυρίαρχη θέση στα προϊόντα αυτής της κατηγορίας είναι το γεγονός ότι το προϊόν της Tile πρέπει να το πετάξεις, όταν τελειώσουν οι μπαταρίες του[2].

Η συσκευή της Tile χρησιμοποιεί επίσης σήμα Bluetooth και μία εφαρμογή για την ανίχνευση των αντικειμένων. Αυτό που είναι καινούργιο σχετικά με τα AirTag δεν είναι τόσο η τεχνολογία που κρύβεται από πίσω, όσο περισσότερο η ευκολία ανίχνευσης του αντικειμένου. Ειδικότερα, μέσω του δικτύου ‘Find My’, στο οποίο είναι συνδεδεμένοι οι χρήστες Iphone/Ipad συσκευών, μεταδίδεται το σήμα της τοποθεσίας του AirTag. Πρόκειται για πάνω από 1 δισεκατομμύριο χρήστες σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι, χωρίς καν να το γνωρίζουν, σε βοηθούν να βρεις την τοποθεσία του AirTag σου.

Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι η συσκευή αυτή της Apple λειτουργεί πολύ καλά. Μάλιστα, κάποιοι θα έλεγαν ότι λειτουργεί υπερβολικά καλά, σε σημείο που θα έπρεπε να μας ανησυχεί.

Κίνδυνοι

Σε ένα βίντεο που δημοσιεύθηκε στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης TikTok[3] -το οποίο μάλιστα έλαβε πάνω από 30 εκατομμύρια προβολές-, η χρήστης έλεγε ότι έλαβε ειδοποίηση στο iPhone της για ένα άγνωστο αξεσουάρ, το οποίο ταξιδεύει μαζί της από το Τέξας σε μία πτήση προς τη Βοστώνη. Σε βίντεο που ανέβασε η ίδια χρήστης 6 ημέρες μετά, δήλωσε πως βρήκε μία συσκευή AirTag, την οποία κάποιος είχε κολλήσει στο εσωτερικό της τσάντας της.

Παράλληλα, έχουν βγει στη δημοσιότητα αρκετές καταγγελίες για παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται με τα AirTag. Πολλές γυναίκες έχουν βρει τη συγκεκριμένη συσκευή στο αυτοκίνητό τους ή σε κάποια τσάντα τους, ενώ παράλληλα κάποιες αστυνομικές αρχές στις ΗΠΑ και τον Καναδά έχουν ήδη αρχίσει να εκπέμπουν τον κώδωνα του κινδύνου για κλοπές πολυτελών αυτοκινήτων[4].

Πριν ακόμη κυκλοφορήσουν τα AirTag στην αγορά, είχαν αρχίσει να εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για τη χρήση τους. Συγκεκριμένα, το Εθνικό Δίκτυο για την Καταπολέμηση της Ενδοοικογενειακής Βίας (National Network to End Domestic Violence – NNEDV) στις ΗΠΑ, σημειώνει τους κινδύνους που εγκυμονεί η συγκεκριμένη συσκευή, ειδικά για άτομα, που ζουν σε κακοποιητικά περιβάλλοντα. Όπως εξηγούν, είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθεί το AirTag με σκοπό την ανίχνευση ενός προσώπου, όταν για παράδειγμα αυτό προσπαθεί να διαφύγει από ένα κακοποιητικό περιβάλλον.

Πρόκειται για ζητήματα, τα οποία θα έπρεπε να ληφθούν σοβαρά υπόψη από τις εταιρίες που κατασκευάζουν συσκευές ανίχνευσης. Με τη βία κατά των γυναικών να αυξάνεται τα τελευταία χρόνια (γυναικοκτονίες, βιασμοί, απόπειρες σεξουαλικής παρενόχλησης), η τεχνολογία θα έπρεπε να αποτελεί τροχοπέδη τέτοιων περιστατικών και όχι να τα διευκολύνει να συμβούν.

Σε ερώτηση του δικτύου NNEDV σχετικά με το παρόν ζήτημα, η Apple απάντησε:

«Λαμβάνουμε την ασφάλεια των πελατών μας πολύ σοβαρά και αφοσιωνόμαστε στην ιδιωτικότητα και την ασφάλεια του AirTag. Το AirTag είναι σχεδιασμένο με ένα σύνολο προληπτικών χαρακτηριστικών για να αποθαρρύνει την ανεπιθύμητη παρακολούθηση -για πρώτη φορά στον κλάδο- και το δίκτυο Find My περιλαμβάνει ένα «έξυπνο» σύστημα με αποτρεπτικά μέτρα, που ισχύει για το AirTag, καθώς και για προϊόντα τρίτων που αποτελούν μέρος του Find My δικτύου. Ανεβάζουμε τον πήχη στο απόρρητο για τους χρήστες μας και τον κλάδο και ελπίζουμε ότι θα ακολουθήσουν και άλλοι.»[5].

Είναι αλήθεια. Η Apple έχει χτίσει ορισμένα συστήματα προστασίας. Προκειμένου να καταπολεμήσει το «ανεπιθύμητο tracking», η Apple έκανε δύο σημαντικές αναβαθμίσεις στο σύστημά της. Πρώτον, τα AirTag πλέον μπορούν να ειδοποιούν τα πιθανά θύματα, με ηχητικές ειδοποιήσεις και μηνύματα σχετικά με ύποπτο AirTag, το οποίο έχει συνδεθεί και παρακολουθεί το iPhone. Ωστόσο, όπως τονίζει και ο Goeffrey Fowler[6], συσκευές άλλων εταιριών (π.χ. που χρησιμοποιούν λογισμικό Αndroid[7]) δε γίνεται καν να στείλουν τη συγκεκριμένη ειδοποίηση στους χρήστες τους.

Δεύτερον, το AirTag θα βγάζει ήχο, εάν βρίσκεται μακριά από τον ιδιοκτήτη του για πολύ καιρό. Αρχικά το διάστημα αυτό ήταν 3 ημέρες, ενώ πλέον η Apple το έχει ορίσει στις 8-24 ώρες. Προβληματικό είναι ωστόσο ότι η ίδια η ειδοποίηση δεν κρατάει πάνω από 15 δευτερόλεπτα.

Πρόσφατα, η Apple ανακοίνωσε την κυκλοφορία μιας νέας εφαρμογής που ονομάζεται Tracker Detect, την οποία μπορούν να κατεβάζουν οι χρήστες άλλων συσκευών προκειμένου να λαμβάνουν ειδοποιήσεις[8].

Τέλος, η Apple υποστηρίζει ότι κάθε AirTag είναι καταχωρημένο με το Apple ID του κατόχου του, το οποίο η εταιρία μπορεί να διαθέσει στις αρχές -μαζί με τις σχετικές προσωπικές πληροφορίες του.

Συμπεράσματα

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο το πόσα πλεονεκτήματα μπορεί να προσφέρει η τεχνολογία στη ζωή μας, καθώς και πόσα προβλήματα μπορεί να επιλύσει. Από τα πιο «μικρά» και καθημερινά προβλήματα έως σοβαρότερα και μεγαλύτερου βεληνεκούς. Συγχρόνως όμως, αρκετές φορές παρατηρείται ότι από αυτές τις λύσεις δημιουργούνται καινούργια προβλήματα.

Σίγουρα τα προβλήματα που αναφέρθηκαν είναι αρκετά σημαντικά. Η χρήση συσκευών, όπως τα AirTags, δημιουργεί ζητήματα ιδιωτικότητας και ασφάλειας των ανθρώπων. Ακόμη και αν εμείς οι ίδιοι αποφασίσουμε να μην αγοράσουμε τη συγκεκριμένη συσκευή, το μόνο που καταφέρνουμε είναι εμείς να μην ανιχνεύσουμε άλλους ανθρώπους. Όχι να μην ανιχνευθούμε εμείς.

Είναι αρκετά ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η Apple από την πρώτη στιγμή κυκλοφορίας του προϊόντος της προσπαθεί να δημιουργήσει δικλείδες ασφαλείας. Παράλληλα, ζώντας στον κόσμο της πληροφορίας, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη συνεισφορά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη διάδοση του συγκεκριμένου γεγονότος και κατ’ επέκταση την επαγρύπνηση άλλων ατόμων.

Ήδη από τις 13 Δεκεμβρίου, η Apple δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της σχετικές οδηγίες[9] για τα άτομα που βρίσκουν ένα άγνωστο AirTag ή λαμβάνουν την ειδοποίηση ότι παρακολουθούνται.

Εμείς από την πλευρά μας εξακολουθούμε να παρακολουθούμε τις εξελίξεις, οι οποίες ειδικά στον κόσμο της τεχνολογίας τρέχουν χωρίς να το καταλάβουμε. Με επίκεντρο πάντα τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του.

*Η Μιρέλλα Καβαδάκη είναι δικηγόρος και κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών «Εθνική και Ενωσιακή Διοίκηση» του Παντείου Πανεπιστήμιου.

[1] Μέχρι σήμερα έχουν πωληθεί πάνω από 35 εκατομμύρια συσκευές της εταιρίας Tile. Πηγή: https://www.cnbc.com/2021/04/27/apple-airtags-versus-tile-tracker-how-they-compare.html

[2] The Australian Financial Review. Apple’s AirTags are so good they’re scary. Melbourne [Melbourne], 04 May 2021: 19.

[3] https://www.tiktok.com/@angel.edge95/video/7033117374861577477

[4] https://www.nytimes.com/2021/12/30/technology/apple-airtags-tracking-stalking.html

[5] https://www.fastcompany.com/90630404/apple-airtags-could-enable-domestic-abuse-in-terrifying-ways

[6] https://www.washingtonpost.com/technology/2021/05/05/apple-airtags-stalking/

[7] Αξίζει να σημειωθεί ότι βρίσκονται πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια ενεργοί χρήστες Android σε όλο τον κόσμο με πάνω από 3 εκατομμύρια συσκευές. Πηγή: https://www.inmobi.com/blog/2021/08/09/understanding-android-users-worldwide

[8] Η εφαρμογή έχει ήδη λάβει αρκετές αρνητικές κριτικές από τους χρήστες, οι οποίοι τονίζουν το γεγονός ότι δεν τους δίνεται η δυνατότητα λειτουργίας στο background. Εν αντιθέσει, για να λάβουν την ειδοποίηση ότι κάποιος τους παρακολουθεί, πρέπει πρώτα να ανοίξουν την εφαρμογή.

[9] https://support.apple.com/en-us/HT212227


Το Πρόγραμμα Συμμόρφωσης με τον GDPR από μια πρακτική σκοπιά

Γράφει ο Δημοσθένης Κωστούλας, ΜΒΑ, MSc *

Σκοπός του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (679/2016) είναι η ασφαλής διαχείριση των προσωπικών δεδομένων από φορείς και επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην ευρωπαϊκή επικράτεια.

Συγκεκριμένα, μέσω της θέσπισης ενιαίων κανόνων, επιχειρείται η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, ενώ παράλληλα προστατεύονται θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ειδικότερα το δικαίωμα τους στην προστασία των δεδομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, οι οργανισμοί δεν θα πρέπει απλώς να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό και την κείμενη νομοθεσία, αλλά και να υλοποιούν μια σειρά από ενέργειες προς την κατεύθυνση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων που επεξεργάζονται.

Πιο συγκεκριμένα, μέσω ενός κατάλληλου προγράμματος συμμόρφωσης, ένας οργανισμός θα πρέπει να αναπτύξει όλους τους απαραίτητους μηχανισμούς, για να είναι σε θέση να ικανοποιεί, μεταξύ των άλλων, και:

  1. τις θεμελιώδεις αρχές για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας,
  2. τα θεμελιώδη δικαιώματα των υποκειμένων (ενημέρωση, πρόσβαση, διόρθωση, διαγραφή (λήθη), περιορισμός επεξεργασίας, εναντίωση (και στο profiling) και φορητότητα,
  3. τις υποχρεώσεις του ως υπεύθυνος επεξεργασίας.

Ειδικότερα για την αρχή της λογοδοσίας του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οπoία αποτελεί και μια από τις θεμελιώδεις αρχές του GDPR,  η λογοδοσία αυτή καθαυτή προκύπτει από την ευθύνη συμμόρφωσης του οργανισμού και την υποχρέωση απόδειξης της συμμόρφωσης ανά πάσα ώρα και στιγμή.

Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση ενός οργανισμού θα πρέπει να στραφεί προς την προοπτική συμμόρφωσης, αντιλαμβανόμενη ωστόσο ότι μια ουσιαστική συμμόρφωση απαιτεί δέσμευση, πόρους και εργατοώρες.

 

ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Επιλογή τρόπου συμμόρφωσης

Εφόσον κριθεί ότι η συμμόρφωση είναι απαραίτητη, η διοίκηση ενός οργανισμού θα πρέπει να επιλέξει σε ποιόν θα ανατεθεί το έργο της συμμόρφωσης.

Όπως και στην περίπτωση διορισμού του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων (εφεξής DPO), ένας οργανισμός θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο της ανάθεσης του έργου συμμόρφωσης σε άτομο ή άτομα που απασχολούνται ήδη στον οργανισμό ή να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάθεσης του έργου συμμόρφωσης σε σύμβουλο με αποδεδειγμένη δραστηριότητα στο συγκεκριμένο τομέα.

 

Πρώτη αυτοαξιολόγηση

Από την στιγμή που θα γίνει η τελική επιλογή του τρόπου συμμόρφωσης, θα πρέπει να ξεκινήσουν οι διαδικασίες προς αυτήν την κατεύθυνση.

Καταρχάς, και στις δύο περιπτώσεις (εσωτερική ή εξωτερική ανάθεση), θα πρέπει να συμπληρώνεται ένα ερωτηματολόγιο αρχικής αυτοαξιολόγησης σχετικά με το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας δεδομένων του οργανισμού. Αυτό θα βοηθήσει τόσο τον οργανισμό, όσο και τον υπεύθυνο συμμόρφωσης, για να γνωρίζουν από ποια βάση εκκινούν.

Το αποτέλεσμα της αυτοαξιολόγησης μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να επηρεάσει και το συνολικό τίμημα, αφού ενδεχομένως να απαιτηθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη προσπάθεια ανάλογα με το υφιστάμενο επίπεδο ετοιμότητας του οργανισμού.

Ορισμός ομάδας εργασίας

Επιπλέον, σε περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης, θα πρέπει ο οργανισμός να ορίσει έναν ή και παραπάνω υπεύθυνους επικοινωνίας με την ομάδα συμμόρφωσης και, επιπλέον, να ορίσει μια στενή «ομάδα εργασίας».

Μια ουσιαστική συμμόρφωση απαιτεί διαρκή επικοινωνία μεταξύ των δύο μερών, τόσο για την άμεση ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών, όσο και για επιτόπιες απαντήσεις και διευκρινήσεις σε απορίες και ερωτήματα της ομάδας συμμόρφωσης.

Πρώτη γνωστοποίηση στο προσωπικό

Σε αυτήν την φάση, απαραίτητη κρίνεται και μια επίσημη ενημέρωση του προσωπικού κάθε ειδικότητας, σχετικά με το επικείμενο πρόγραμμα συμμόρφωσης, καθώς και για την εμπλοκή όλων των βαθμίδων ιεραρχίας και όλων των τμημάτων σε αυτήν την συλλογική προσπάθεια.

 

ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Ενδεικτικό Πρόγραμμα Συμμόρφωσης

Όπως είναι αντιληπτό, σκοπός είναι η διασφάλιση του μέγιστου βαθμού συμμόρφωσης του οργανισμού στις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις του GDPR, με γνώμονα η συμμόρφωση να μην δημιουργεί εμπόδια στην καθημερινή λειτουργία και δραστηριότητα του οργανισμού.

Το πρόγραμμα συμμόρφωσης χωρίζεται σε επιμέρους στάδια, κάθε ένα από τα οποία είναι σημαντικό, αφού αποτελούν ενδιάμεσους κρίκους που θα οδηγήσουν στην τελική συμμόρφωση του οργανισμού.

Σε γενικές γραμμές, στην αρχή διεξάγεται μια εκτίμηση του υφιστάμενου επιπέδου συμμόρφωσης σχετικά με τον διαχείριση των προσωπικών δεδομένων.

Στην πορεία, και αφού έχουν συλλεγεί όλες οι απαραίτητες πληροφορίες, προετοιμάζεται ένα πλάνο δράσης στο οποίο περιλαμβάνονται τα προτεινόμενα μέτρα, τα οποία θα πρέπει να έχουν συμφωνηθεί με τον οργανισμό. Το κάθε στάδιο θα πρέπει να συνοδεύεται και από ένα σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.

Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και η χρονική διάρκεια κάθε επιμέρους φάσης, αλλά και του συνολικού προγράμματος συμμόρφωσης, διαφοροποιούνται κατά περίπτωση.

 

ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Πρώτες συναντήσεις και επιτόπιες επιθεωρήσεις

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το έργο συμμόρφωσης ξεκινάει με μια πρώτη συνάντηση, για να ακολουθήσουν πολλές άλλες συναντήσεις και ανταλλαγές πληροφοριών. Στην πρώτη συνάντηση διαμορφώνεται ένα κοινά αποδεκτό πλάνο ενεργειών, χωρισμένο σε επιμέρους στάδια και με σαφή χρονοδιαγράμματα, ενώ παράλληλα τίθενται επί τάπητος τα βασικά θέματα και οι διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθηθούν.

Αρχικές εκπαιδεύσεις

Στην φάση αυτή πραγματοποιούνται οι πρώτες γενικές εκπαιδεύσεις για τον GDPR στην διοίκηση και στο προσωπικό, ξεκινώντας από τους διευθυντές / προϊσταμένους των τμημάτων. Στην περίπτωση πολυπληθών οργανισμών, η πρώτη εκπαίδευση θα μπορούσε να είναι μια ευρεία παρουσίαση που απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό προσωπικού.

Ευρετήριο Προσωπικών Δεδομένων και Αρχείο Ροών Δεδομένων

Τόσο το Ευρετήριο Προσωπικών Δεδομένων, όσο και το Αρχείο Ροών Δεδομένων, αποτελούν προπομπούς του Αρχείου Χαρτογράφησης, του Αρχείου Δραστηριοτήτων Επεξεργασίας, αλλά και της μετέπειτα Μελέτης Αποκλίσεων.

Τα δεδομένα συλλέγονται από συμπεράσματα που προκύπτουν τόσο από συναντήσεις και προφορικές συζητήσεις, όσο και μέσω της διανομής και συμπλήρωσης ειδικού ερωτηματολογίου.

Αρχείο Χαρτογράφησης

Αποτελεί μια χρήσιμη ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων και των κινδύνων που ελλοχεύουν.

Στο συγκεκριμένο αρχείο πραγματοποιείται μια παρουσίαση των ευρημάτων ανά τμήμα ή/και θέση εργασίας που σχετίζονται με την προστασία των δεδομένων. Η συγκεκριμένη μελέτη θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις ήδη εντοπισμένες δραστηριότητες του οργανισμού.

Αρχείο Δραστηριοτήτων Επεξεργασίας

Μαζί με την Αρχείο Χαρτογράφησης, σε αυτήν την φάση προετοιμάζεται και απαραίτητο Αρχείο Δραστηριοτήτων, στο οποίο θα πρέπει να απεικονίζονται όλα όσα ορίζει ο GDPR.

Πρώτα νομικά, τεχνικά και οργανωτικά θέματα συμμόρφωσης

Πέρα από τα παραδοτέα αρχεία που προαναφέρθηκαν, στην πρώτη φάση του προγράμματος συμμόρφωσης συστήνεται να ξεκινήσει η υλοποίηση και συγκεκριμένων κρίσιμων διορθωτικών οργανωτικών και τεχνικών μέτρων, για τα οποία κρίνεται σκόπιμο να μην υπάρξουν καθυστερήσεις.

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Επόμενες  συναντήσεις – επισκέψεις – εκπαιδεύσεις

Στην δεύτερη φάση του προγράμματος συμμόρφωσης,  πραγματοποιούνται νέες επισκέψεις σύμφωνα με την εξέλιξη της συμμόρφωσης, ενώ συζητούνται τα παραδοτέα αρχεία της πρώτης φάσης, με περεταίρω εμβάθυνση σε όσα πεδία είναι σημαντικά ή για τα οποία ενδεχομένως να υπάρχουν απορίες.

Ανάλυση Αποκλίσεων

H Ανάλυση Αποκλίσεων έχει σκοπό τον εύρεση των νομικών, κανονιστικών, οργανωτικών και τεχνολογικών αποκλίσεων ως προς τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις του Κανονισμού.

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η συγκεκριμένη ανάλυση αφορά μια επαλήθευση των προβληματικών πεδίων που βρέθηκαν από την φάση της αρχικής χαρτογράφησης, μόνο που εδώ συσχετίζονται με συγκεκριμένες απαιτήσεις του Κανονισμού.

Ανάλυση Κινδύνων

Αν και η ενδεδειγμένη μέθοδος για την εκτίμηση του επιπέδου ασφάλειας σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί η υλοποίηση της Μελέτης Αντικτύπου (DPIA), σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 35 του ΓΚΠΔ, η προαναφερόμενη εκτίμηση και αξιολόγηση των κινδύνων, που απορρέουν από την επεξεργασία, πρέπει να διενεργείται σε κάθε περίπτωση, ακόμα και στις περιπτώσεις επεξεργασιών για τις οποίες δεν απαιτείται διενέργεια μελέτης αντικτύπου.

Η ανάλυση συστήνεται να υλοποιείται τόσο πριν, όσο και μετά από την εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων.

Μελέτη Αντικτύπου (Data Privacy Impact Analysis)

Σύμφωνα με τον Άρθρο 35 του Κανονισμού 679/2016, «όταν ένα τύπος επεξεργασίας, ιδίως με την χρήση τεχνολογιών, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, του πλαισίου, του πεδίου εφαρμογής και των σκοπών επεξεργασίας, είναι πιθανόν να προκαλέσει μεγάλο κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες  των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πριν από την επεξεργασία, προβαίνει σε εκτίμηση επιπτώσεων των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».

Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην σχέση της γενικότερης Ανάλυσης Κινδύνων με την ειδικότερη Μελέτη Αντικτύπου.

Η Μελέτη Αντικτύπου αποτελεί ουσιαστικά μια μεθοδολογία Risk Assessment (ή αλλιώς, ένα υποσύνολο της) με κοινές αρχές και στόχους.

Και αυτό, αφού πολλές από τις ενέργειες και δράσεις που εφαρμόζονται  για την Μελέτη Αντικτύπου, εκπονούνται ήδη για γενικότερη Ανάλυση Κινδύνων. Άλλωστε, πολλοί οργανισμοί (συνήθως οι μεγάλοι σε μέγεθος), μπορεί να επιλέξουν να ενσωματώσουν την Μελέτη Αντικτύπου στο ευρύτερο εταιρικό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων που υιοθετούν.

 

ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ 

Τελευταίες επισκέψεις και εκπαιδεύσεις

H τελευταία φάση του προγράμματος συμμόρφωσης αποτελείται από συναντήσεις κατά τις οποίες συνοψίζονται εκ νέου όλα τα παραδοτέα αρχεία, με αναφορά στους κινδύνους / ευρήματα και στα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα. Τα επόμενα βήματα που θα ακολουθήσει ο οργανισμός είναι πολύ σημαντικά για την διαρκή και ουσιαστική του συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του GDPR. Παράλληλα, υλοποιούνται και οι τελευταίες εκπαιδεύσεις για το προσωπικό που πιθανόν απουσίαζε από τις αρχικές εκπαιδεύσεις.

Πρόγραμμα Υλοποίησης Προτεινόμενων Μέτρων

Σε αυτήν την φάση υλοποιείται και παραδίδεται το Πρόγραμμα Υλοποίησης Προτεινόμενων Μέτρων για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων.

Πρόκειται μια λίστα των μέτρων με λεπτομέρειες για το ποιος / ποιοι θα το υλοποιήσουν, το status υλοποίησης, ένα χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και σχετικές παρατηρήσεις. Το συγκεκριμένο αρχείο πρέπει να παρακολουθείται στην συνέχεια από τον DPO, ο οποίος και θα πρέπει να το διατηρεί μονίμως επικαιροποιημένο.

Σχεδιασμός και διανομή πολιτικών, διαδικασιών, οδηγιών εργασίας, εντύπων

Βάσει του Προγράμματος Υλοποίησης Προτεινόμενων Μέτρων, σε αυτήν την φάση σχεδιάζονται και διανέμονται επίσημα καταγεγραμμένες πολιτικές, διαδικασίες και οδηγίες εργασίας, οι οποίες σχετίζονται με την  ασφάλειας των δεδομένων και έχουν σαν σκοπό την κάλυψη των αποκλίσεων που εντοπίστηκαν κατά την δεύτερη φάση.

 

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Με την παράδοση και των τελευταίων Πολιτικών, Διαδικασιών, Οδηγιών Εργασίας, Εντύπων και άλλων παραδοτέων που συγκαταλέγονται στα προτεινόμενα μέτρα, μπορεί να θεωρηθεί ότι ολοκληρώνεται επισήμως το πρόγραμμα συμμόρφωσης του οργανισμού.

Ωστόσο, οι οργανισμοί είθισται να παρουσιάζουν σημεία απόκλισης μετά από το τέλος της περιόδου επίσημης συμμόρφωσης, με τα σημεία απόκλισης να μεγαλώνουν με το πέρασμα του χρόνου.

Αυτή η αντίδραση μπορεί να θεωρηθεί σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένη και αναμενόμενη, αφού η πίεση της καθημερινότητας και οι μεγάλες απαιτήσεις σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα και την απρόσκοπτη λειτουργία ενός οργανισμού, μπορεί να θέσουν σταδιακά την προστασία των δεδομένων σε δεύτερη προτεραιότητα.

Για τους παραπάνω λόγους, η παρουσία ενός Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (DPO) πρέπει να είναι ουσιαστική και συνεχόμενη, μέσα από μια σειρά ενεργειών, οι οποίες θα καλλιεργούν και θα συντηρούν μια πιο μόνιμη κουλτούρα συμμόρφωσης εντός του οργανισμού (για περισσότερες πληροφορίες: https://www.homodigitalis.gr/posts/7535).

Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου δεν απαιτείται η παρουσία ενός DPO, οι οργανισμοί θα πρέπει από μόνοι τους να εφαρμόζουν όλα τα απαραίτητα για μια ουσιαστική συμμόρφωση με το GDPR και την κείμενη νομοθεσία σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων.

 

Δημοσθένης Κ. Κωστούλας, GDPR Expert / certified DPO – QMS Lead auditor ISO 9001:2015, είναι απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών και Πολιτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και κάτοχος τίτλων MBΑ από το ICBS Thessaloniki Business College και MSc in International Business and Finance από το Reading University, UK. Είναι ένας εκ των δύο συγγραφέων του βιβλίου με τίτλο «Η Συμμόρφωση με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων – Πρακτικά Ζητήματα – Υποδείγματα» (Ιανουάριος 2020, Εκδόσεις ΝΟΜΟΡΑΜΑ.ΝΤ), ενώ ταυτόχρονα, είναι αρθρογράφος για το GDPR. Είναι γενικός γραμματέας, μέλος Δ.Σ. και επικεφαλής της επιτροπής επικοινωνίας και εκδηλώσεων, του Ελληνικού παραρτήματος του European Association of Data Protection Professional (EADPP), επιστημονικός συνεργάτης του Ευρωμεσογειακού Ινστιτούτου Ποιότητας & Ασφάλειας στις Υπηρεσίες Υγείας Avedis Donabedian (EIQSH), μέλος του DPO Network Greece, μέλος της ομάδας Homo Digitalis και μέλος του Ινστιτούτου Επαγγελματιών Ιδιωτικότητας Β. Ελλάδος (ΙΝ.ΕΠ.ΙΔ).

Πηγές:

Τσιπτσέ, Ο. και Κωστούλας, Δ. (Ιανουάριος 2020), Η συμμόρφωση με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων GDPR EU 2016/679 – Πρακτικά Ζητήματα Υποδείγματα, Νομικές Εκδόσεις ΝΟΜΟΡΑΜΑ.ΝΤ, Αθήνα

http://homodigitalis.gr/posts/8519, Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (GDPR), 7 Φεβρουαρίου 2021

http://homodigitalis.gr/posts/7535, Ο ρόλος και η «καθημερινότητα» του Υπεύθυνου Προστασίας Δεδομένων (DPO), 11 Οκτωβρίου, 2020

Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679  https://www.dpa.gr/portal/page?_pageid=33,213319&_dad=portal&_schema=PORTAL 


Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του παιδιού έγινε “digital”

Γράφει η Κίρκη Πατσιαντά*

 

Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 1989 και μέχρι στιγμής δεσμεύει 196 κράτη, ένα εκ των οποίων είναι και η Ελλάδα (Νόμος 2101/1992).

Θεωρείται η Σύμβαση που χαίρει, διεθνώς, της μεγαλύτερης αποδοχής και περιλαμβάνει το πλήρες φάσμα των δικαιωμάτων – οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, ατομικών και πολιτικών – που πρέπει να απολαμβάνουν τα παιδιά.

Η εν λόγω Σύμβαση θεωρείται “pre-digital”, καθώς, την εποχή που συντάσσονταν, δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί την επιρροή που θα είχε ο ψηφιακός κόσμος στη ζωή των παιδιών και έτσι δεν περιλαμβάνει κάποια αναφορά σε αυτόν.

Εντούτοις, το περιεχόμενό της είναι απόλυτα δυναμικό και, συνακόλουθα, πλήρως εφαρμόσιμο στις δυνατότητες και στις προκλήσεις που παρουσιάζει για τα δικαιώματα του παιδιού η ψηφιακή εποχή.

Επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού αποτελεί το Γενικό Σχόλιο Ν°25 αναφορικά με τα δικαιώματα των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού τον Μάρτιο του 2021.

Η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού είναι το όργανο που επιβλέπει την εφαρμογή της Σύμβασης.

Τα κράτη που δεσμεύονται από τη Σύμβαση οφείλουν να υποβάλουν εκθέσεις στην Επιτροπή σχετικά με την κατάσταση των δικαιωμάτων των παιδιών στην επικράτειά τους, προκειμένου η Επιτροπή να τις εξετάσει και να προβεί σε ανάλογες συστάσεις.

Η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σε κάποιο κράτος σε περίπτωση παραβιάσεων των δικαιωμάτων του παιδιού, αλλά οι διαπιστώσεις της ασκούν πίεση στις κυβερνήσεις και εκθέτουν σε παγκόσμιο επίπεδο τα κακώς κείμενα των κρατών.

Επίσης, η Επιτροπή ερμηνεύει τα δικαιώματα του παιδιού σε σχέση με συγκεκριμένα θέματα υπό τη μορφή Γενικών Σχολίων.

Αυτό ακριβώς έγινε λοιπόν και εδώ. Η Επιτροπή, με ένα ιστορικό και πρωτοποριακό Γενικό Σχόλιο, στη διαβούλευση για τη σύνταξη του οποίου συμμετείχαν 709 παιδιά από 28 χώρες, δηλώνει ρητώς και για πρώτη φορά ότι τα δικαιώματα του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση, έχουν πλήρη εφαρμογή και στο ψηφιακό περιβάλλον.

Με άλλα λόγια, η προώθηση και προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών πρέπει να πραγματοποιείται με την ίδια συνέπεια τόσο offline όσο και online.

Το Γενικό Σχόλιο Ν°25 δεν υπογραμμίζει μόνο την αναμφισβήτητη ισχύ των δικαιωμάτων των παιδιών στο ψηφιακό κόσμο.

Είναι παράλληλα ένα μέσο για την αποτελεσματική υλοποίησή τους, υποδεικνύοντας τις κατάλληλες διόδους.

Απευθύνεται στις κυβερνήσεις, που πρέπει να το αντιμετωπίσουν ως τον πρωταρχικό τους σύμβουλο στη διαμόρφωση των σχετικών πολιτικών και νόμων, αλλά και στα ίδια τα παιδιά, στους επαγγελματίες που δουλεύουν με ή για αυτά, στους γονείς και στην κοινωνία γενικότερα, καθώς τους προσφέρει ουσιαστικά εφόδια, για να διεκδικήσουν από το κράτος ένα ψηφιακό περιβάλλον που σέβεται το σύνολο των δικαιωμάτων του παιδιού.

Επιπρόσθετα, τα κράτη, στις εκθέσεις που υποχρεούνται να υποβάλουν στην Επιτροπή, πρέπει να αναφέρονται πλέον στην κατάσταση των δικαιωμάτων των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον και να υπόκεινται έτσι στο έλεγχό της.

Στο Γενικό Σχόλιο αναφέρεται και η Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δικαιώματα του παιδιού (2021-2024), που υιοθετήθηκε πρόσφατα, αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητά του για την ερμηνεία των δικαιωμάτων των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον.

Βασικό χαρακτηριστικό του Γενικού Σχολίου είναι η προσπάθεια επίτευξης ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των παιδιών από τους κινδύνους που παρουσιάζει για αυτά το διαδίκτυο και στην αναγνώριση των δυνατοτήτων που τους δίνει για την άσκηση των δικαιωμάτων τους.

Ειδικότερα, το Γενικό Σχόλιο αναλύει καταρχάς, υπό το πρίσμα του ψηφιακού κόσμου, τις τέσσερις βασικές αρχές της Σύμβασης:

  • το δικαίωμα του παιδιού στη μη διάκριση, που συνεπάγεται την ίση πρόσβαση όλων των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον και την καταπολέμηση του ψηφιακού αποκλεισμού
  • την έννοια του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού, που πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως  υπόψη σε κάθε ενέργεια σχετική με το σχεδιασμό, τη διαχείριση και τη χρήση του ψηφιακού περιβάλλοντος
  • το δικαίωμα του παιδιού στη ζωή, την επιβίωση και την ανάπτυξη, δίνοντας έμφαση στη σημασία που έχει το internet για τα παιδιά σε περιόδους κρίσεων
  • το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του σχετικά με θέματα που το αφορούν, αναγνωρίζοντας την πληθώρα των ευκαιριών που παρέχει σχετικά το διαδίκτυο

Έπειτα, τονίζεται το πόσο σημαντικό είναι να προσαρμόζονται τα μέτρα προστασίας και οι όροι πρόσβασης των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον στην εξέλιξη των ικανοτήτων τους όσο αυτά μεγαλώνουν και αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία, πράγμα που σημαίνει ότι και οι γονείς τους οφείλουν να μάθουν να σέβονται την ανεξαρτησία των παιδιών τους online, καθώς αυτά ωριμάζουν και εξελίσσονται.

Υποδεικνύοντας τους διάφορες πρακτικές μεθόδους, το Γενικό Σχόλιο καλεί τα κράτη κυρίως:

  • να φροντίσουν ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο αναφορικά με το ψηφιακό περιβάλλον  σέβεται τα δικαιώματα των παιδιών
  • να εντάξουν στην εθνική τους στρατηγική για τα δικαιώματα του παιδιού την online διάσταση αυτών
  • να ορίσουν έναν κρατικό φορέα που θα ασχολείται με την υλοποίηση των δικαιωμάτων του παιδιού online
  • να μεριμνήσουν για την παροχή επιμόρφωσης στα δικαιώματα του παιδιού στο ψηφιακό περιβάλλον στους επαγγελματίες που εργάζονται με ή για τα παιδιά, σε όσους εργάζονται στον επιχειρηματικό τομέα και στη βιομηχανία της τεχνολογίας
  • να εξασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις σέβονται τα δικαιώματα του παιδιού στο διαδίκτυο
  • να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το συμφέρον των παιδιών, όταν θέτουν τους κανόνες που διέπουν τις online διαφημίσεις που τα αφορούν
  • να προβλέψουν κατάλληλες δικαστικές και εξωδικαστικές διόδους για την καταγγελία παραβιάσεων των δικαιωμάτων των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον
  • να εγγυηθούν στον ψηφιακό κόσμο το δικαίωμα του παιδιού στην ελευθερία της έκφρασης και στην πρόσβαση σε πληροφορίες, το δικαίωμά του για ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, το δικαίωμα του να συνεταιρίζεται και να συνέρχεται ειρηνικά
  • να διαφυλάξουν την ιδιωτική ζωή και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον
  • να προστατέψουν τα παιδιά από κάθε μορφή εκμετάλλευσης και βίας στο διαδίκτυο
  • να εξασφαλίσουν την ψηφιακή μόρφωση των γονιών
  • να φροντίσουν για την ουσιαστική υλοποίηση online του δικαιώματος του παιδιού στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο παιχνίδι
  • να υιοθετήσουν παιδοκεντρική προσέγγιση σε ζητήματα σχετικά με την ψηφιακή τεχνολογία στο πλαίσιο της δικαιοσύνης ανηλίκων (π.χ. χρήση λογισμικού αναγνώρισης προσώπου σε παιδιά ύποπτα για τη διάπραξη αδικημάτων)

Η προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού offline είναι ήδη άκρως απαιτητική αποστολή. Η ψηφιακή της διάσταση φαίνεται ακόμα πιο περίπλοκη. Ωστόσο, έχουμε πια πολύτιμες κατευθυντήριες αρχές να λάβουμε υπόψη όλοι μας. Και δεν πρέπει να αργήσουμε να το κάνουμε.

 

*Η Κίρκη Πατσιαντά είναι δικηγόρος, Δ.Ν., με ειδίκευση στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ασχολείται ιδιαίτερα με τα δικαιώματα του παιδιού τόσο ερευνητικά όσο και στην πράξη. 


Δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων: μια «πανδημία» στον ψηφιακό κόσμο

Γράφει ο Ευάγγελος Φαρμακίδης*

Αυτό το μήνα γίναμε μάρτυρες μιας σειράς πρωτόγνωρων περιστατικών παράνομης βίας, η οποία ακολουθήθηκε από μια εξίσου πρωτόγνωρη προσβολή του συνταγματικώς και σε διεθνείς, ευρωπαϊκές και ενωσιακές συμβάσεις και συνθήκες κατοχυρωμένου δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή υπό την ειδικότερη έκφανση της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ανθρώπων που υπήρξαν θύματα αυτών.

Το πρώτο περιστατικό βίας έλαβε χώρα στις 7-3-2021 και αφορά τον αδικαιολόγητο ξυλοδαρμό με μεταλλικό γκλοπ πολίτη από αστυνομικό στην πλατεία Νέας Σμύρνης.

Αυτό το περιστατικό βίας ακολουθήθηκε από μια βάναυση προσβολή του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων του πολίτη, ο οποίος την προηγούμενη ημέρα είχε ξυλοκοπηθεί.

Συγκεκριμένα, στις 8-3-2021 βουλευτής προσπαθώντας χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να δικαιολογήσει την παραπάνω πράξη παράνομης βίας εκ μέρους του αστυνομικού, προχώρησε σε δημοσιοποίηση ακόμα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του πολίτη, ο οποίος ξυλοκοπήθηκε.

Ο βουλευτής αποκάλυψε κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης σε γνωστό τηλεοπτικό σταθμό τόσο δεδομένα που αφορούν την ταυτότητά του, όσο και δεδομένα που σχετίζονται με τις πολιτικές πεποιθήσεις του, τη συμμετοχή του σε ένωση προσώπων σχετική με τις παραπάνω πεποιθήσεις, καθώς και δεδομένα που αφορούν ποινικές διώξεις.

Μάλιστα ως «απάντηση» στην διαρροή των δεδομένων του πολίτη, διέρρευσαν στη συνέχεια στο διαδίκτυο και τα δεδομένα του αστυνομικού που τον ξυλοκόπησε, συμπεριλαμβανομένων φωτογραφιών του και των πολιτικών του πεποιθήσεων.

Στις 9-3-2021 ακολούθησε ένα ακόμη περιστατικό βίας. Ένας 24χρονος αστυνομικός της ομάδας Δράση κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ξυλοκοπήθηκε βάναυσα από ομάδα διαδηλωτών, οι οποίοι κατάφεραν να τον ρίξουν από την υπηρεσιακή μηχανή στην οποία επέβαινε ως συνοδηγός.

Αμέσως μετά το παραπάνω περιστατικό στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διέρρευσαν προσωπικά δεδομένα του αστυνομικού-θύματος που σχετίζονταν με την ταυτότητά του, την καταγωγή του, την οικογένειά του, την επαγγελματική και προσωπική του ζωή κατά τη διάρκεια και πριν την κατάταξή του στην Ελληνική Αστυνομία, καθώς και δεδομένα που αφορούν τα πολιτικά του φρονήματα, τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές του πεποιθήσεις και τη συμμετοχή του σε σχετικές οργανώσεις.

Τις επόμενες ημέρες «παρέλασαν» μπροστά από τις οθόνες μας πλήθος δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπόπτων και κατηγορουμένων για την παραπάνω αξιόποινη πράξη κατά του αστυνομικού.

Μεταξύ των άλλων διέρρευσαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσωπικά δεδομένα που αφορούσαν την ταυτότητα τους, την καταγωγή τους, την οικογενειακή και επαγγελματική τους ζωή, προηγούμενες ποινικές διώξεις και καταδίκες, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό όχι μόνον το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, αλλά και το τεκμήριο αθωότητας των υπόπτων/κατηγορουμένων, άλλο ένα αρνητικό φαινόμενο της εποχής μας, το οποίο έχει λάβει επίσης ενδημικές διαστάσεις.

Σύμφωνα με τους ισχύοντες σήμερα ορισμούς του άρθρου 2 περ. β του Ν. 2472/1997 (το οποίο παραμένει σε ισχύ και μετά τον Ν. 4624/2019, δυνάμει του άρθρου 84 του τελευταίου), τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων αποτελούν «ευαίσθητα δεδομένα» (ή δεδομένα ειδικών κατηγοριών, σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων).

Κατά κανόνα η επεξεργασία των παραπάνω δεδομένων απαγορεύεται, ενώ κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.

Μάλιστα, η αντίθετη με τις παραπάνω νομοθετικές προβλέψεις επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων (ή δεδομένων ειδικών κατηγοριών), πέρα από τις προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις, αποτελεί και ποινικό αδίκημα (άρθρο 38 του Ν. 4624/2019).

Εξαίρεση από τον παραπάνω κανόνα αποτελεί για παράδειγμα η δημοσιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες από εισαγγελική αρχή.

Ο εξαιρετικός λόγος της δημοσιοποίησης των παραπάνω ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και οι ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις, τις οποίες θέτει ο Νόμος αποδεικνύει τη σημασία που αποδίδει ο νομοθέτης στην προστασία των δεδομένων αυτών.

Πιο συγκεκριμένα η δημοσιοποίηση αυτή είναι επιτρεπτή για ορισμένα μόνον αδικήματα, γίνεται με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα, η οποία θα πρέπει να είναι ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη και θα πρέπει να προσδιορίζει τον τρόπο δημοσιοποίησης και το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει.

Η εξαιρετική αυτή περίπτωση δημοσιοποίησης αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των αδικημάτων.

Μάλιστα, κατά αυτής της εισαγγελικής διάταξης δίνεται η δυνατότητα στον θιγόμενο να αμυνθεί, αφού ο νόμος επιτρέπει στον κατηγορούμενο ή τον κατάδικο την προσφυγή εντός 2 ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτόν της εισαγγελικής διάταξης.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης επιφύλαξε την παραπάνω δυνατότητα δημοσιοποίησης ευαίσθητων δεδομένων μόνο για τους εισαγγελείς, θέτοντας όμως ακόμα και σε αυτούς ένα ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο περιορισμών.

Καταληκτικά, το γεγονός ότι πολίτες, δημοσιογράφοι, αλλά ακόμα και βουλευτές παραβιάζουν τον Νόμο είναι σαφώς ανησυχητικό.

Αυτό που προκαλεί όμως τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι ολοένα και περισσότερο το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή ανθρώπων, οι οποίοι μάλιστα υπήρξαν προηγουμένως θύματα αξιόποινων πράξεων, θυσιάζεται στον βωμό των likes, της τηλεθέασης και πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Οι «εκπτώσεις» στην προστασία της ιδιωτικής ζωής είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα της εποχής μας, το οποίο τείνει να λάβει διαστάσεις πανδημίας.

*Ο Ευάγγελος Φαρμακίδης είναι δικηγόρος, διαπιστευμένος διαμεσολαβητής και μέλος της Homo Digitalis.


"Σκέφτομαι και γράφω" στο Facebook

Μια ματιά στα τελευταία περιστατικά λογοκρισίας στο διαδίκτυο και στα ερωτήματα που αναδύονται από αυτά

Γράφουν οι Μιρέλλα Καβαδάκη* και Αιμιλία Γιβροπούλου**

 

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει παρατηρηθεί ότι το Facebook προβαίνει σε μία σειρά μέτρων, όπως η αφαίρεση δημοσιεύσεων ορισμένων χρηστών ή ο περιορισμός χρήσης του μέσου.

Η πρακτική αυτή από πλευράς Facebook έχει ως κοινό παρονομαστή την αναφορά στις δημοσιεύσεις ενός συγκεκριμένου ονόματος: του Δημήτρη Κουφοντίνα. Πιο συγκεκριμένα, ενώ για το ζήτημα της απεργίας πείνας του εν λόγω προσώπου έχει τοποθετηθεί και έχει λάβει θέση πλήθος κόσμου και θεσμικών φορέων), το Facebook επέβαλε αυτούς τους περιορισμούς σε αρκετούς χρήστες που μίλησαν για το θέμα, μεταξύ αυτών δημοσιογράφοι, δικηγόροι και καλλιτέχνες.

Μετά την αντίδραση του κόσμου και την πληθώρα των περιστατικών, που αφορούσαν διάφορους περιορισμούς σε χρήστες, η Facebook εξέδωσε ανακοίνωση αναγνωρίζοντας ουσιαστικά όχι μόνο το λάθος της, αλλά και τα ελλείμματα, που αναδείχθηκαν ως προς τον έλεγχο του περιεχομένου (content moderation) που ακολουθεί.

Να υπενθυμίσουμε, ότι πριν από λίγες μόνο ημέρες μεγάλη αναστάτωση είχε εκδηλωθεί, κυρίως από τομέα της τέχνης σχετικά με το Άρθρο 8 του Νόμου 4779/2021, ο οποίος αφορά στην ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2018/1808 σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων.

Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι “Οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων δεν πρέπει να εμπεριέχουν υποκίνηση σε βία ή μίσος εναντίον ομάδας ανθρώπων ή μέλους ομάδας που προσδιορίζεται με βάση τα χαρακτηριστικά της φυλής, το χρώμα, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, τις γενεαλογικές καταβολές, τη θρησκεία, την αναπηρία, τον γενετήσιο προσανατολισμό, την ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά φύλου.

Με άλλα λόγια, υπηρεσίες, όπως το Facebook αλλά και οποιαδήποτε μικρότερη υπηρεσία στο διαδίκτυο, απαγορεύεται να φιλοξενεί αντίστοιχο περιεχόμενο, με τις κυρώσεις του Άρθρου 36 να επιβάλλονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Αντίστοιχοι προβληματισμοί δημιουργήθηκαν επίσης όταν το Twitter με απόφασή του έκλεισε προσωρινά τον λογαριασμό του απερχόμενου Αμερικανού Προέδρου Donald Trump “λόγω του κινδύνου περαιτέρω υποκίνησης βίας” και αντιδημοκρατικών πράξεων, κάτι που απαγορεύεται από τους όρους χρήσης της υπηρεσίας.

Πέρα από τις διάφορες απόψεις επί του προσώπου και των απόψεων του πρώην προέδρου, η απόφαση απενεργοποίησης ενός λογαριασμού χρήστη και η αφαίρεση του δικαιώματος έκφρασης μέσω αυτού γεννά πολλά ερωτήματα γύρω από την δύναμη της εκάστοτε διαδικτυακής υπηρεσίας.

Το θέμα αυτό δεν είναι καινούριο. Τα τελευταία χρόνια πολλές φωνές από την κοινωνία των πολιτών και όχι μόνο, εκφράζουν την ανησυχία τους σχετικά με την δύναμη των διαδικτυακών πλατφόρμων και την αυθαιρεσία αυτών.

Επιπρόσθετα, έντονες αντιδράσεις έχουν εκφραστεί σχετικά με την υπέρμετρη επιβάρυνση των υπηρεσιών αυτών με αυστηρές υποχρεώσεις και κυρώσεις από το νόμο όπως επίσης και με την μετατόπιση της ευθύνης της επιβολής του νόμου από τις ανεξάρτητες δικαστικές αρχές προς τις υπηρεσίες αυτές (“αυτορρύθμιση”).

Ως αποτέλεσμα των ρυθμίσεων αυτών, οι διαδικτυακές υπηρεσίες μπορούν να λειτουργούν ως “αστυνομία του διαδικτύου” και να αποφασίζουν τι θα εμφανίζεται και τι όχι στο διαδίκτυο, όχι βάσει του νόμου αλλά των Όρων Χρήσης που η κάθε μία επιβάλει και ακολουθεί.

Οι Όροι Χρήσης της εκάστοτε διαδικτυακής πλατφόρμας αντικατοπτρίζουν το “μοντέλο υπηρεσιών” που αποφασίζουν να παρέχουν δρώντας στα πλαίσια της “επιχειρηματικής ελευθερίας”, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Ειδικότερα, το Facebook, όπως και κάθε ιδιωτική επιχείρηση, έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται ελεύθερα και όπως αυτό επιθυμεί την επιχείρησή του. Ένα κομμάτι αυτής της διαχείρισης αποτελούν και οι προκαθορισμένοι Όροι Χρήσης της ιστοσελίδας, η αποδοχή των οποίων συνιστά τυπική προϋπόθεση για την εγγραφή των χρηστών.

Η ύπαρξη των όρων χρήσης στο διαδίκτυο όχι μόνο είναι εύλογη, αλλά καθίσταται και απαραίτητη, για παράδειγμα σε περιστατικά υποκίνησης μίσους, βίας και τέλεσης εγκλημάτων.

Το ερώτημα όμως είναι μέχρι πού φτάνει η επιχειρηματική ελευθερία και πού αρχίζει ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης.

Σε αρκετές περιπτώσεις παράνομου περιεχομένου ή δραστηριότητας η απόφαση φαίνεται να είναι σχετικά ευκολότερη, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις περιεχομένου σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως η διάκριση αυτή είναι δυσχερής.

Δεν εξουσιοδοτείται το Facebook, ή το οποιοδήποτε Facebook, να κρίνει και να αποφασίζει σχετικά με πράξεις ή αναρτήσεις για τον παράνομο χαρακτήρα τους. Η απόφαση επί του “παράνομου” γίνεται από τα Δικαστήρια που ορίζουν και τις αντίστοιχες κυρώσεις, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις συκοφαντίας, δυσφήμισης, εξύβρισης ή ακόμα και παραβίασης της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Αντίστοιχους προβληματισμούς είχαμε εκφράσει όσον αφορά στη μεταρρύθμιση της πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει της Οδηγίας 2019/790. Το άρθρο 17 της τελευταίας αναθέτει αυστηρές ευθύνες στις πλατφόρμες με σκοπό να τις αποτρέψουν από τη φιλοξενία περιεχομένου που παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα, με αντίστοιχη ποινή κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω ρυθμίσεων αλλά και της γενικότερης αυστηρής μεταχείρισης των διαδικτυακών υπηρεσιών και των υποχρεώσεων τους, είναι φανερό ότι οι τελευταίες ωθούνται στην αυτορρύθμιση, όπως αναφέραμε και παραπάνω, και τείνουν να αφαιρούν αμφιλεγόμενο περιεχόμενο προς αποφυγή δυσμενών κυρώσεων.

Λόγω της εν δυνάμει επικινδυνότητας του περιεχομένου, ορισμένες πλατφόρμες προβαίνουν στη χρήση “φίλτρων” που αναγνωρίζουν το αμφιλεγόμενο περιεχόμενο και είτε ειδοποιούν τον χρήστη που το αναφόρτωσε είτε μπλοκάρουν το περιεχόμενο απευθείας.

Παράλληλα με τη χρήση των μέσων αυτών πολλές εταιρείες χρησιμοποιούν και ανθρώπινο δυναμικό για τον εντοπισμό και αφαίρεση περιεχομένου.

Κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται και από την ανακοίνωση που εξέδωσε η Facebook, η οποία αναφέρει ότι απασχολεί 15.000 επιμελητές περιεχομένου (content moderators), που εδρεύουν σε περιοχές σε όλο τον κόσμο. Όπως μέλος μας είχε αναφέρει και αναδείξει στο παρελθόν, αντίστοιχο κέντρο ελέγχου της Facebook λειτουργεί και στην Ελλάδα.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι τα πρόσφατα περιστατικά με αφορμή τις αναρτήσεις σχετικά με τον Δημήτρη Κουφοντίνα δεν είναι μεμονωμένα ούτε πρωτόγνωρα. Αντίστοιχες τάσεις έχουν παρατηρηθεί σε πληθώρα διαδικτυακών υπηρεσιών και για ποικιλία περιεχομένου και δραστηριότητας.

Πιο συγκεκριμένα, ανά διαστήματα έχουν χαρακτηριστεί ότι παραβιάζουν τους Όρους Χρήσης πίνακες ζωγραφικής ή φωτογραφίες, που απεικονίζουν παιδιά που βιώνουν τη φρίκη του πολέμου, επειδή περιέχουν γυμνό. Αυτές οι πρακτικές εμφανώς δημιούργησαν πλήθος αντιδράσεων, κάνοντας λόγο για λογοκρισία και αυθαίρετη αφαίρεση περιεχομένου.

Η κατάσταση φαίνεται να επαναλαμβάνεται και να οδηγεί πολλούς χρήστες σε αδιέξοδο. Σύμφωνα με πρόσφατες εμπειρίες και καταγγελίες χρηστών, οι μεγάλες διαδικτυακές υπηρεσίες, όχι μόνο αφαιρούν το εκάστοτε αμφιλεγόμενο περιεχόμενο ή απενεργοποιούν λογαριασμούς χρηστών, αλλά προβαίνουν στην πράξη αυτή χωρίς να τους ενημερώνουν και επιπρόσθετα στερώντας τους το δικαίωμα για επικοινωνία και έκκληση για αποκατάσταση.

Η δύναμη αυτή και η αυθαιρεσία από πλευράς των μεγάλων υπηρεσιών φαίνεται ανεξέλεγκτη και η ισχύουσα νομοθεσία μη αποτελεσματική. Πέρα από τις προσπάθειες των Ευρωπαίων νομοθετών να “δαμάσουν” τα θηρία του διαδικτύου μέσα από τομεακή νομοθεσία (π.χ για τα πνευματικά δικαιώματα, για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, για τη σχέση ανάμεσα σε πλατφόρμες και επιχειρήσεις στην ψηφιακή αγορά κ.ο.κ), η συνεχής εξέλιξη της τεχνολογίας και η αύξηση χρήσης των υπηρεσιών αυτών τις ενισχύουν και καθιστούν την ισχύουσα νομοθεσία παρωχημένη.

Το έλλειμμα αυτό έχει διαγνωστεί και οι ευρωπαίοί νομοθέτες έχουν κινητοποιηθεί για ακόμη μια φορά.

Τον περασμένο Δεκέμβριο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την πρότασή της για Κανονισμό (2020/825) σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, καθώς επίσης και την πρότασή της για Κανονισμό (2020/842) σχετικά με διεκδικήσιμες και δίκαιες αγορές στον ψηφιακό τομέα (πράξη για τις ψηφιακές αγορές) με στόχο των εκσυγχρονισμό της ισχύουσας νομοθεσίας.

Η πρώτη πρόταση αφορά στην ρύθμιση του πλαισίου κανόνων της ηλεκτρονικής αγοράς, ενώ η δεύτερη εστιάζει σε μεγάλες εταιρείες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο διαδίκτυο, όπως η Facebook, και στην εξασφάλιση ισορροπίας και υγιούς ανταγωνισμού.

Στην πρώτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει “υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας για ένα διαφανές και ασφαλές επιγραμμικό περιβάλλον” συμπεριλαμβανομένων, πέρα από την υποχρέωση διαφάνειας, υποχρεώσεων για ορισμό νόμιμων εκπροσώπων, σημείων επικοινωνίας, αλλά και εύκολα προσβάσιμων και κατανοητών όρων χρήσης.

Περαιτέρω, οι επιγραμμικοί πάροχοι οφείλουν να θέτουν σε εφαρμογή μηχανισμούς ειδοποίησης και δράσης “ώστε να διευκολύνουν την υποβολή επαρκώς ακριβών και αρκούντως τεκμηριωμένων ειδοποιήσεων” όσον αφορά σε αμφιλεγόμενο περιεχόμενο.

Οι πάροχοι υποχρεούνται να εξετάσουν την ειδοποίηση και οφείλουν να συνοδεύσουν την εκάστοτε απόφασή τους με σαφή αιτιολόγηση.

Η πρόταση της Επιτροπής αποτελεί μια θετική εξέλιξη στον τομέα της ψηφιακής πολιτικής και θέτει ισχυρες βάσεις για τις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες ανάμεσα στους ΕυρωπαΪκούς νομοθέτες. Η Homo Digitalis και τα μέλη της θα παρακολουθήσουν στενά τις εξελίξεις.

Εν κατακλείδι, τα τελευταία γεγονότα έφεραν στην επιφάνεια ένα ζήτημα που ούτε είναι καινούριο και ούτε πρόκειται να σταματήσει να μας απασχολεί άμεσα.

Το διαδίκτυο μας δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε χωρίς τοπικούς και χρονικούς περιορισμούς. Το μέγεθος των πληροφοριών που αναφορτώνονται και επεξεργάζονται είναι υπέρογκο και  η διαχείρισή τους καθίσταται αρκετά δύσκολη, με αποτέλεσμα οι αλγόριθμοι να αποφασίζουν για το τι θα εμφανιστεί και πώς στον εκάστοτε χρήστη. Όσο εύκολη όμως είναι η μετάδοση του μηνύματος, τόσο εύκολη είναι και η αποσιώπησή του.

Προφανώς, όταν δίνεται εντολή στον αλγόριθμο να διαγράφει αναρτήσεις που περιλαμβάνουν τη λέξη “Κουφοντίνας”, αυτός θα εκτελεί τη συγκεκριμένη εντολή χωρίς σκέψη, αφού η εταιρεία -εν προκειμένω η Facebook- προβλέπει συγκεκριμένες πολιτικές για τα “Επικίνδυνα άτομα και Οργανώσεις”.

Μία δημοσίευση όμως που απλώς αναφέρεται στο συγκεκριμένο όνομα και δεν περιλαμβάνει κάποια τοποθέτηση υπέρ του, ή ακόμη περισσότερο μία δημοσίευση που τοποθετείται ως προς το ζήτημα της επιβολής του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση, πώς παραβιάζει ακριβώς τις πολιτικές αυτές;

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το Facebook αποτελεί μία από τις πιο μαζικές πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μετρώντας δισεκατομμύρια χρήστες.

Σήμερα, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το Facebook όχι μόνο σαν μέσο κοινωνικοποίησης, αλλά και σαν μέσο πληροφόρησης και διάδοσης πληροφοριών. Για το λόγο αυτό, τέτοια περιστατικά προκαλούν αντιδράσεις κάνοντας ολοένα και περισσότερους χρήστες να καταγγέλλουν το Facebook για λογοκρισία.

Επομένως, αυτές οι υπηρεσίες δε γίνεται να εναποθέτουν τον έλεγχο του περιεχομένου της πλατφόρμας μόνο σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης (“ΑΙ”), αλλά χρειάζεται παράλληλα -ειδικά για διφορούμενα περιστατικά- η ανθρώπινη παρέμβαση, έχοντας κατάλληλη εκπαίδευση και γνώσεις όσον αφορά τους όρους χρήσης και τους νόμους.

Έτσι, θα μπορεί ο έλεγχος να γίνεται σε ένα επίπεδο πιο ουσιαστικό και να μην αρκείται σε μία λέξη μόνο ή σε μία φωτογραφία με γυμνό, διασφαλίζοντας παράλληλα τη διαφάνεια όλης της διαδικασίας αφαίρεσης περιεχομένου και επιβολής περιορισμών.

Τέλος, θα μπορούσε να προβλεφθεί η υποχρέωση ειδοποίησης του χρήστη, τόσο ως προς το “παράνομο” περιεχόμενο όσο και ως προς τα δικαιώματά του, και η παροχή ικανοποιητικού χρονικού διαστήματος για αντίδραση αυτού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θεωρούμε ότι ενδέχεται να μειωθούν τα περιστατικά αυθαίρετης αφαίρεσης περιεχομένου.

Όσο προχωράει και εξελίσσεται η τεχνολογία, όσο περισσότερο μπαίνει στις ζωές μας και αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητάς μας, τόσο θα γεννιούνται καινούργια ερωτήματα και ζητήματα, που μέχρι πρότινος είχαμε έτοιμες και απλές απαντήσεις.

Ίσως έχει έρθει η ώρα λοιπόν να απαντήσουμε και στο ερώτημα που τέθηκε προ ημερών: Έχει δικαίωμα το Facebook να λογοκρίνει; Και αν ναι, με ποια κριτήρια; Εγώ ποιά δικαιώματα έχω ενάντια στη λογοκρισία; Πού να απευθυνθώ; Δεν έχουμε παρά να αναμένουμε τις απαντήσεις και τις νέες ρυθμίσεις, όπως αυτές διαπραγματεύονται τη δεδομένη στιγμή από τα Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, ενώ παράλληλα παραμένουμε ενημερωμένοι για τα ψηφιακά μας δικαιώματα.

 

*Η Μιρέλλα Καβαδάκη είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών, ασκούμενη δικηγόρος ΔΣΑ και μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ενωσιακού και Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ψηφιακή εποχή και ασχολείται με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την τεχνητή νοημοσύνη.

**Η Αιμιλία Γιβροπούλου είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής Κομοτηνής και κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (Internet Law and Policy LLM) από το Πανεπιστήμιο Strathclyde της Γλασκώβης. Ασχολείται ενεργά με την ψηφιακή πολιτική και τη σχέση της με τα ανθρώπινα δικαιώματα με ιδιαίτερη έμφαση στην ελευθερία της έκφρασης και την προστασία των προσωπικών δικαιωμάτων και του απορρήτου.


Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και Προστασία Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Γράφει ο Δημοσθένης Κωστούλας, ΜΒΑ, MSc **

Πέρασαν κάτι λιγότερο από 3 χρόνια αφότου ξεκίνησε η εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού Κανονισμού για την προστασία προσωπικών δεδομένων (“ΓΚΠΔ” ή “GDPR“) και η πλειοψηφία των επιχειρήσεων, μικρών και μεγάλων, θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό και την κείμενη νομοθεσία, αλλά και να έχουν υλοποιήσει μια σειρά από ενέργειες προς την κατεύθυνση της προστασίας των (προσωπικών) δεδομένων που διαχειρίζονται.

Ειδικότερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, άσχετα από την απαίτηση ή όχι για διορισμό ενός υπεύθυνου προστασίας δεδομένων (“DPO“), αφού αυτό εξαρτάται από το α) αν υπάρχει τακτική και συστηματική παρακολούθηση δεδομένων πελατών – προσωπικού – προμηθευτών – συνεργατών σε μεγάλη κλίμακα ή β) αν λαμβάνει χώρα μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ειδικών κατηγοριών (ευαίσθητων) δεδομένων, μια επιχείρηση οφείλει να εφαρμόσει ορισμένα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την προστασία των δεδομένων. Αν και η έκταση και το εύρος εφαρμογής αυτών των μέτρων μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με την περίπτωση, συστήνεται η υλοποίηση μιας – κατ΄ελάχιστον – λίστας προληπτικών ενεργειών.

Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά:

  • Δημιουργία ενός αρχείου δραστηριοτήτων με όλες τις κατηγορίες επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων για τις οποίες είναι υπεύθυνη η επιχείριση (ως υπεύθυνος επεξεργασίας), με ταυτόχρονη αναφορά σε μια σειρά από βασικές πληροφορίες που απαιτούνται από τον ΓΚΠΔ.
  • Ύπαρξη μιας πολιτικής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
  • Ορισμένες γραπτές διαδικασίες για τον τρόπο επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων από την επιχείρηση.
  • Ανάλογα με το είδος και την δραστηριότητα της επιχείρησης, ύπαρξη κατάλληλου εντύπου ενημέρωσης των πελατών για την χρήση των δεδομένων τους, με αναφορά στους σκοπούς για τους οποίους που θα χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα, την νομική βάση για την επεξεργασία τους, για πόσο χρονικό διάστημα θα αποθηκεύονται, σε ποιους θα κοινοποιούνται, αναφορά στα βασικά δικαιώματά των πελατών όσον αφορά την προστασία των δεδομένων, το δικαίωμά των πελατών να υποβάλουν καταγγελία κλπ.
  • Σε περίπτωση απασχόλησης προσωπικού, ύπαρξη εντύπου ενημέρωσης του προσωπικού για τις ακριβείς επεξεργασίες των προσωπικών τους δεδομένων (ίδια δομή με το έντυπο ενημέρωσης πελάτη) και, ξεχωριστά, υπογραφή ρήτρας εμπιστευτικότητας. Επίσης, συχνή εκπαίδευση του προσωπικού για την ορθολογική χρήση των εταιρικών δεδομένων.
  • Στην περίπτωση των προμηθευτών και των εξωτερικών συνεργατών, απαίτηση για υπογραφή σύμβασης ή άλλης νομικής πράξης σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά περίπτωση και βάση του είδους της συνεργασίας. Ενδεικτικά, αφορά την ανάθεση σε τρίτες εταιρείες ή ελεύθερους επαγγελματίες: α) της μισθοδοσίας του προσωπικού, β) της ασφάλισης του προσωπικού, γ) της λογιστικής υποστήριξης της επιχείρησης, δ) της μηχανογραφικής υποστήριξης, ε) της διαχείρισης της εταιρικής ιστοσελίδας ή/και των social media, στ) της συντήρησης του εξοπλισμού, ζ) της καθαριότητας των υποδομών, η) της φύλαξης των υποδομών και θ)  τυχόν λοιπές συνεργασίες με συμβούλους.
  • Σε περίπτωση λειτουργίας κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV), α) ενημέρωση των υποκειμένων  με εμφανείς σημάνσεις για την ύπαρξη του συστήματος βιντεοεπιτήρησης για το σκοπό της ασφάλειας προσώπων και αγαθών και β) τήρηση των σχετικών απαιτήσεων που προκύπτουν από την κείμενη νομοθεσία, όπως ενδεικτικά, τοποθέτηση καμερών σε σημεία εισόδου και εξόδου, σε χώρους ταμείων ή χώρους κρίσιμων εγκαταστάσεων, απαίτηση για διαγραφή του καταγεγραμμένου υλικού εντός 15 ημερών, προστασία µονάδας ελέγχου του κυκλώµατος (καταγραφικό) το υλικό να μην χρησιμοποιείται για την διαδικασία αξιολόγησης του προσωπικού κλπ.
  • Σε περίπτωση ύπαρξης ηλεκτρονικής ιστοσελίδας, ύπαρξη όρων και προϋποθέσεων χρήσης της ιστοσελίδας, δυνατότητα στον επισκέπτη να αποδεχθεί ή να απορρίψει την εγκατάσταση cookies (πέραν των «αυστηρώς απαραίτητων»), ανάρτηση στην ιστοσελίδα της πολιτικής προστασίας δεδομένων της επιχείρησης κλπ.
  • Σε περίπτωση αποστολής ηλεκτρονικών newsletters ή sms marketing από την επιχείρηση, θα πρέπει οπωσδήποτε να δίδεται η δυνατότητα στους χρήστες για ξεκάθαρη και ρητή συγκατάθεση για το αν επιθυμούν να λαμβάνουν τέτοιες επικοινωνίες / ενημερώσεις (opt-in).

 

Ειδικότερα ως προς την φυσική ασφάλεια, προτείνονται ενδεικτικά τα ακόλουθα μέτρα:

*ασφαλής αποθήκευση κρίσιμων δεδομένων, όπως φύλαξη φακέλων προσωπικού, πελατών και λοιπά έντυπα αρχεία σε κλειδωμένα συρτάρια, ντουλάπες ή φωριαμούς,

* εγκατάσταση συστήματος συναγερμού και αλλαγή κωδικών σε περίπτωση αποχώρησης προσωπικού που τους γνώριζε,

* εγκατάσταση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV) ή/και συνεργασία με εταιρεία φύλαξης χώρων (security),

* αλλαγή κλειδαριών σε περίπτωση αποχώρησης προσωπικού που χειριζόταν τα κλειδιά,

* κλείδωμα όλων των θυρών και παραθύρων πριν την αποχώρηση από την επιχείρηση κλπ.

Ως προς την ασφάλεια της ηλεκτρονικής πληροφορίας, προτείνονται ενδεικτικά τα ακόλουθα μέτρα:

* εφαρμογή προγραμμάτων αντιμετώπισης κακόβουλου λογισμικού (anti malware), καθώς και χρήση προγραμμάτων τειχών ασφαλείας (firewall),

* αποθήκευση στο δίκτυο και κεντρική λήψη αντιγράφων ασφαλείας (backup), σε τακτική βάση και με ασφαλή τρόπο,

* περιορισμοί στην σύνδεση αποσπώμενων μέσων για αποφυγή κακόβουλης εξαγωγής δεδομένων,

* διαχείριση λογαριασμών χρηστών, μηχανισμοί ελέγχου πρόσβασης, διαχείριση κωδικών πρόσβασης,

* λοιπές πολιτικές και διαδικασίες για την προστασία της ηλεκτρονικής πληροφορίας και δεδομένων.

 

Ως προς τις διαβιβάσεις πληροφοριών, προτείνονται ενδεικτικά τα ακόλουθα μέτρα:

* προστασία ηλεκτρονικών αρχείων κατά την αποστολή τους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (πχ μέσω της ξεχωριστής αποστολής των κωδικών ανοίγματος με sms ή με άλλους ενδεδειγμένους τρόπους προστασίας),

* μηχανισμοί και διαδικασίες για προσεκτική ταυτοποίηση ατόμων πριν την διαβίβαση πληροφοριών δια τηλεφώνου, ηλεκτρονικά ή από κοντά κλπ.

 

Συμπερασματικά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν θα πρέπει απλώς να αντιλαμβάνονται τον σκοπό και την σημαντικότητα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαχειρίζονται, αλλά και να υιοθετούν μια σειρά από τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προστασίας και διαφύλαξης των δεδομένων, υπό το πρίσμα του ΓΚΠΔ / GDPR και της κείμενης νομοθεσίας.

 

** Ο Δημοσθένης Κωστούλας, Quality Manager και DPO σε Ιδιωτική Κλινική, DPO στον Ιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, είναι απόφοιτος του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Οικονομικών και Πολιτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και κάτοχος MBΑ και MSc (International Business and Finance). Είναι ένας εκ των δύο συγγραφέων του βιβλίου με τίτλο “Η Συμμόρφωση με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων – Πρακτικά Ζητήματα – Υποδείγματα” (Ιανουάριος 2020, Εκδόσεις ΝΟΜΟΡΑΜΑ.ΝΤ), ενώ ταυτόχρονα, είναι αρθρογράφος για το GDPR και αποτελεί γενικό γραμματέα και μέλος του Δ.Σ. του ελληνικού παραρτήματος του European Association of Data Protection Professional (EADPP), επιστημονικό συνεργάτη του Ευρωμεσογειακού Ινστιτούτου Ποιότητας & Ασφάλειας στις Υπηρεσίες Υγείας Avedis Donabedian (EIQSH), μέλος της ομάδας του Homo Digitalis, μέλος του DPO Network Greece και μέλος του ΙΝ.ΕΠ.ΙΔ Β.Ελλάδος.

Πηγές:

  1. Τσιπτσέ, Ο. και Κωστούλας, Δ. (Ιανουάριος 2020), Η συμμόρφωση με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων GDPR EU 2016/679 – Πρακτικά Ζητήματα Υποδείγματα, Νομικές Εκδόσεις ΝΟΜΟΡΑΜΑ.ΝΤ, Αθήνα
  2. Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679  https://www.dpa.gr/portal/page?_pageid=33,213319&_dad=portal&_schema=PORTAL
  3. Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ο∆ΗΓΙΑ 1/2011, Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/2274/31.03.2011, Χρήση συστηµάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών.
  4. Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 25/2/2020, Aρ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1525, Συστάσεις για τη συμμόρφωση υπευθύνων επεξεργασίας δεδομένων με την ειδική νομοθεσία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
  5. https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/data-protection-overview-citizens_el.pdf, ΕΝΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΊΤΗ ΓΊΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΊΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΕ, Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2018


Το δικαίωμα να αποσυνδεθείς από την τηλεργασία

Γράφουν οι Βανέσα Ματσούκα* και Κωνσταντίνος Κακαβούλης**

«Έτοιμα τα ποπ κορν;»

«Ναι, βάλε την ταινία».

Ο Δημήτρης πάτησε το play και πήρε τη θέση του στον καναπέ. Η Αγγελική έκατσε δίπλα του. Είχαν πολλές μέρες να κάνουν κάτι οι δυό τους, καθώς δουλεύουν πολλές ώρες, ακόμα και μέσα στην καραντίνα. Ήταν 10 η ώρα, Παρασκευή βράδυ, και επιτέλους μπορούσαν να απολαύσουν μια ταινία μαζί.

Με το που ξεκίνησαν οι τίτλοι αρχής, εμφανίστηκε ειδοποίηση στο laptop του Δημήτρη. E-mail από το manager του. Η Αγγελική δυσανασχέτησε. Ο Δημήτρης προσποιήθηκε ότι δεν έγινε τίποτα και την πήρε αγκαλιά.

Ένα τέταρτο αργότερα, το κινητό του δονήθηκε. Μήνυμα από το manager του. Ο Δημήτρης σηκώθηκε. Ζήτησε συγγνώμη και είπε ότι έπρεπε να απαντήσει.

Η Αγγελική δυσανασχέτησε πιο έντονα. Είχαν ήδη δουλέψει 10 ώρες εκείνη την ημέρα και δούλευαν ασταμάτητα τον τελευταίο καιρό. Δεν μπορούσαν να έχουν λίγο χρόνο για τους εαυτούς τους;

«Αν δεν είχαμε lockdown και δούλευες κανονικά από το γραφείο, τέτοια ώρα δε θα ήμασταν έξω για ποτό ή σινεμά;»

Ο Δημήτρης δεν ήξερε τι να πει.

«Αν ήμασταν έξω για ποτό, θα απαντούσες στα emails σου;», τον ρώτησε η Αγγελική.

Ο Δημήτρης παρέμεινε άφωνος κοιτάζοντας μία το κινητό του και μία την Αγγελική.

«Και αν είχαμε πάει σινεμά, θα το είχες κλείσει. Άρα γιατί τώρα να πρέπει να απαντήσεις;», επέμεινε η κοπέλα του.

«Μα τώρα είμαστε σπίτι και το ξέρει ότι είμαι σπίτι. Ξέρει ότι έχω πρόσβαση στο κινητό και το λάπτοπ μου συνέχεια», βρήκε το θάρρος να πει ο Δημήτρης.

«… και αυτό δηλαδή σημαίνει ότι πρέπει να απαντάς στα emails της δουλειάς 4 ώρες αφού έχει τελειώσει το ωράριό σου;»

 

Η Αγγελική είχε δίκιο. Αν βρισκόταν σε κάποια άλλη χώρα, ο Δημήτρης ίσως είχε κατοχυρωμένο δικαίωμα να μην διαβάσει, απαντήσει ή ασχοληθεί με οποιοδήποτε email ή μήνυμα λάμβανε από τη δουλειά του μετά το τέλος του ωραρίου εργασίας του.

 

Η μη κατοχύρωση του δικαιώματος στην αποσύνδεση από την εργασία συνδέεται με περισσότερες ώρες δουλειάς, και φυσικά με περισσότερες ώρες μπροστά από κάποια οθόνη. Δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους που δουλεύουν με τηλεργασία λόγω της πανδημίας, αλλά και όλους εκείνους που δουλεύουν με τηλεργασία σε μόνιμη βάση.

 

Στη Γαλλία και στην Ιταλία το «δικαίωμα να αποσυνδέεσαι» (‘the right to disconnect’) είναι ήδη κατοχυρωμένο με εθνικούς νόμους από το 2017. Σε χώρες όπως η Γερμανία, παρότι δεν υπάρχει σχετική νομοθεσία, πολλές εταιρείες έχουν εντάξει το σχετικό δικαίωμα στις εσωτερικές τους πολιτικές. Μάλιστα, το 2013 το Γερμανικό Υπουργείο Εργασίας απαγόρευσε στους προϊσταμένους του Υπουργείου να στέλνουν μηνύματα και emails στους εργαζομένους του Υπουργείου εκτός ωραρίου εργασίας.

Το δικαίωμα να αποσυνδέεσαι σημαίνει πρακτικά ότι ο εργαζόμενος δικαιούται να αποσυνδεθεί πλήρως από οποιονδήποτε εταιρικό λογαριασμό email ή από οποιαδήποτε εφαρμογή χρησιμοποιεί η εταιρεία ή ο οργανισμός, στον οποίο εργάζεται, όταν δεν βρίσκεται εντός του ωραρίου εργασίας του. Αντίστοιχα, ο εργοδότης του δεν μπορεί να έχει καμία απαίτηση ο εργαζόμενος να διαβάσει ή να απαντήσει σε οποιοδήποτε μήνυμα λάβει εκτός του ωραρίου εργασίας του.

Περισσότερο από το 1/3 των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εργάζονται πλέον από το σπίτι εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, είναι πλέον εμφανές ότι η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων απαιτεί νέες ρυθμίσεις. Στην κατεύθυνση αυτή, οι Ευρωβουλευτές με απόφαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησαν πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει μια Ευρωπαϊκή Οδηγία, η οποία θα ανανεώνει το πλαίσιο της τηλεργασίας στην ΕΕ και θα κατοχυρώνει το «δικαίωμα να αποσυνδέεσαι». Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον.

Η μη κατοχύρωση του δικαιώματος στην αποσύνδεση από την εργασία συνδέεται με περισσότερες ώρες δουλειάς, συνεπώς και περισσότερες ώρες μπροστά από κάποια οθόνη. Δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους που δουλεύουν με τηλεργασία λόγω της πανδημίας, αλλά και όλους εκείνους που δουλεύουν με τηλεργασία σε μόνιμη βάση. Η πίεση που δημιουργείται από τους εργοδότες να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι και προσβάσιμοι επειδή εργαζόμαστε από το σπίτι έχει συνέπειες για τον εργαζόμενο και κατ’ επέκταση και την εταιρία. Όταν κάποιος είναι διαθέσιμος διαρκώς, αναμφίβολα θα οδηγηθεί στο burnout ενώ η αποδοτικότητά του θα είναι πολύ χαμηλή.

Οι αρνητικές συνέπειες της πολύωρης χρήσης των οθονών είναι γνωστές, από τα μυοσκελετικά προβλήματα ως τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να προκληθούν. Η παραγωγική σκέψη είναι εκείνο το χαρακτηριστικό που οι περισσότεροι εργοδότες αναζητούν από το προσωπικό τους και η οποία αναπτύσσεται όταν κανείς είναι αποσυνδεδεμένος και ασχολείται με άλλες δραστηριότητες, εκτός δουλειάς. Οι πιο παραγωγικές χώρες της Ευρώπης, το Λουξεμβούργο, η Νορβηγία και η Ιρλανδία, έχουν εφαρμόσει το πιο “απλό” μοντέλο εργασίας και φαίνεται ότι έχουν βρει τον τρόπο που ωφελεί και τις δύο πλευρές. Ανακάλυψαν ότι οι ώρες που αφιερώνουμε στην εργασία μας είναι πιο σημαντικό να είναι αποδοτικές και να είμαστε συγκεντρωμένοι, παρά να είναι αριθμητικά πολλές. Μάλιστα, φαίνεται ότι πολλές πολυεθνικές έχουν ξεκινήσει να υποστηρίζουν το δικαίωμα στην αποσύνδεση δοκιμάζοντας ένα μοντέλο συνδυαστικής εργασίας σε μακροπρόθεσμη βάση.

Ίσως το δικαίωμα να αποσυνδέεσαι κατοχυρωθεί σύντομα και στη χώρα μας. Το νέο νομοσχέδιο που ετοιμάζει το ελληνικό Υπουργείο Εργασίας για την τηλεργασία, καθώς και η σχετική ευρωπαϊκή Οδηγία, που θα προτείνει σύντομα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μπορεί να δώσουν στο Δημήτρη το δικαίωμα να απολαμβάνει ανενόχλητος την ταινία του με την Αγγελική την Παρασκευή το βράδυ και να σε όλους μας τη δυνατότητα να εργαζόμαστε από το σπίτι με λιγότερο άγχος και να απολαμβάνουμε τον ελεύθερο χρόνο μας.

 

Το άρθρο δημιουργήθηκε από κοινού από την ομάδα της Homo Digitalis & του Digital Detox Experience.  

*Η Βανέσα Ματσούκα είναι ιδρύτρια του Digital Detox Experience. 

**Ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης είναι δικηγόρος και συνιδρυτής της Homo Digitalis.


Η Αξία της Διαδικτυακής Ανωνυμίας

Θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική η χρήση πραγματικών ονομάτων στο Διαδίκτυο;

Γράφει η Ηλιάνα Παιχνιδιάρη*

 

Η ανωνυμία στο Διαδίκτυο είναι μια σημαντική αρχή ενός ελεύθερου και ανοιχτού Διαδικτύου. Ιδιαίτερα σε μία εποχή συνεχούς ταυτοποίησης, υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους ένα άτομο δεν θα ήθελε να είναι αναγνωρίσιμο στο Διαδίκτυο.

Ο David Kaye, ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την προώθηση και την προστασία του δικαιώματος στην ελευθερία γνώμης και έκφρασης, τόνισε οτι η διαδικτυακή ανωνυμία «έχει γίνει απαραίτητη για την άσκηση της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας της έκφρασης».

Η ανωνυμία είναι πολύτιμη διότι επιτρέπει στους ανθρώπους να αναζητούν ελεύθερα πληροφορίες, να συμμετέχουν σε πολιτικές συζητήσεις, να αναπτύσσουν ιδέες και να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς τον φόβο των επιπτώσεων.

Θεωρείται θεμελιώδης για τη συζήτηση αμφιλεγόμενων θεμάτων και γενικότερα για την ποικιλομορφία των φωνών. Ο φόβος της αναγνώρισης μπορεί να «παγώσει» την ελευθερία έκφρασης και να οδηγήσει σε αυτολογοκρισία.

Η ανωνυμία ειναι επίσης μια βασική προϋπόθεση για το «whistleblowing», ώστε ο whistleblower να μπορεί να δράσει χωρίς φόβο.

Επιπλέον, η ανωνυμία αποτελεί πτυχή της ιδιωτικής ζωής. Δεν χρειάζεται να είναι δημόσια όλα όσα κάνουμε στο Διαδίκτυο.

Η ανωνυμία είναι σημαντική προκειμένου να αποφευχθεί η εκτεταμένη παρακολούθηση τόσο από ιδιωτικούς όσο και από δημόσιους φορείς. Διαφορετικά, θα ήταν ακόμα πιο εύκολο να συνδυάσουν πληροφορίες που αφορούν τους χρήστες και έτσι να τους ξεχωρίσουν από το πλήθος.

Υπάρχει, ωστόσο, ελάχιστη διεθνής συναίνεση σχετικά με την προστασία της ανωνυμίας, όπου ορισμένα κράτη τείνουν να περιορίζουν την ανωνυμία περισσότερο από άλλα.

Στην Ευρώπη, η προστασία της διαδικτυακής ανωνυμίας απορρέει από τα δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή και την ελευθερία της έκφρασης. Η προστασία της ανωνυμίας, αν και πολύ σημαντική, δεν μπορεί να είναι απόλυτη και μπορεί να περιοριστεί για την προστασία άλλων συμφερόντων.

Η Νότια Κορέα το 2007 είχε εφαρμόσει νόμο που περιόριζε την διαδικτυακή ανωνυμία, απαιτώντας μια διαδικασία επαλήθευσης της ταυτότητας του χρήστη. Όμως, η ασφάλεια των δεδομένων παραβιάστηκε αρκετές φορές και οι προσωπικές πληροφορίες εκατομμυρίων χρηστών διέρρευσαν.

Ο νόμος στη συνέχεια καταργήθηκε, καθώς το δημόσιο συμφέρον δεν ήταν αρκετά σημαντικό για να δικαιολογήσει περιορισμούς στο δικαιώμα ελευθερίας της έκφρασης. Ο νόμος δεν πέτυχε να σταματήσει τα καταχρηστικά και προσβλητικά σχόλια στο Διαδίκτυο, ενώ αναγνωρίστηκε ότι ορισμένες παράπλευρες επιπτώσεις της διαδικτυακής ανωνυμίας είναι απλώς αναπόφευκτες.

Παρόμοιες πολιτικές για τον περιορισμό της ανωνυμίας στο Διαδίκτυο συζητούνται στην Ευρώπη.

Τον Απρίλιο του 2019, η αυστριακή κυβέρνηση πρότεινε ένα νομοσχέδιο με στόχο την καταπολέμηση της διαδικτυακής ρητορικής μίσους το οποίο θα απαιτούσε από τους χρήστες να παρέχουν την πραγματική τους ταυτότητα στις πλατφόρμες.

Σχετικά με το θέμα αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI), η οποία είναι ένα σημαντικό όργανο παρακολούθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τόνισε ότι «οποιοσδήποτε περιορισμός των ελευθεριών (των χρηστών) πρέπει να είναι ανάλογος προς τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό και να είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως απαιτείται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».

Η διαδικτυακή ανωνυμία, όμως, εκτός από την νομοθεσία ενός κράτους, μπορεί να περιοριστεί και από ιδιωτικούς φορείς.

Για παράδειγμα, το Google+ είχε εφαρμόσει πολιτική πραγματικού ονόματος, η οποία κατόπιν έντονων αντιδράσεων καταργήθηκε. Tο Twitter δίνει την δυνατότητα σε κάποιους χρήστες να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα τους και να λάβουν το χαρακτηριστικό μπλε σήμα επαλήθευσης, χωρίς όμως να απαγορεύει την ανωνυμία.

Το Facebook, ωστόσο, απαγορεύει την διαδικτυακή ανωνυμία και υποστηρίζει ότι η πολιτική του που απαιτεί «αυθεντική ταυτότητα» κρατά τους χρήστες ασφαλείς. Ο Mark Zuckerberg έχει υποστηρίξει σθεναρά αυτή την άποψη και έχει δηλώσει ότι «το να έχεις δύο ταυτότητες είναι…έλλειψη ακεραιότητας».

Απαιτεί έγγραφα ταυτοποίησης για την επιβεβαίωση της ταυτότητας του χρήστη ή κλείνει λογαριασμούς για τη χρήση ψευδωνύμων.

Ακόμη και αν ο χρήστης μπορεί να χρησιμοποιήσει ονόμα πέραν αυτού που αναγράφεται στην ταυτότητα του (τουλάχιστον μέχρι να γίνει αναφορά από κάποιον άλλο χρήστη ή να ανιχνευθεί από το ίδιο το Facebook), η μη χρήση πραγματικών ονομάτων παραβιάζει τους Όρους Παροχής Υπηρεσιών.

Ταυτόχρονα, όμως, μια τέτοιου είδους πολιτική επιτρέπει στους παρόχους να προσωποποιήσουν ακόμη περισσότερο τις υπηρεσίες τους και έτσι να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Οι «αντίπαλοι» της ανωνυμίας υποστηρίζουν ότι χωρίς αυτήν οι χρήστες θα είχαν περισσότερο αυτοέλεγχο και θα ήταν πιο πολιτισμένοι.

Ωστόσο, η ανωνυμία δεν είναι άμεσος παράγοντας κακής ή ανεύθυνης συμπεριφοράς. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι πολιτικές πραγματικού ονόματος δεν επιτυγχάνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Αντίθετα, προκύπτει ότι οι χρήστες είναι εξίσου (ή και περισσότερο) επιθετικοί όταν χρησιμοποιούν τα ονόματά τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Facebook, παρά την πολιτική του, ανέφερε το 2019 μια τεράστια ποσότητα καταχρηστικού περιεχομένου, το οποίο κυκλοφόρησε από χρήστες που συχνά ενεργούσαν με πλήρη ονόματα.

Τέλος, προκειμένου να διευκολυνθεί η επιβολή του νόμου, οι περιορισμοί δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται εκ των προτέρων και αδιακρίτως σε όλους τους χρήστες.

Μια τέτοια εκ των προτέρων αντιμετώπιση φαίνεται να μην είναι κατάλληλη για το διαδικτυακό περιβάλλον, αφού μπορεί να περιορίσει δυσανάλογα τα δικαιώματα των χρηστών στην ελευθερία έκφρασης και στην ιδιωτικότητα.

Επιπλέον, ο περιορισμός της ανωνυμίας μπορεί να δράσει υπέρ των μεγάλων πλατφόρμων, δίνοντάς τους, παρά την κακή τους φήμη, ακόμη περισσότερα δεδομένα.

Η επιβολή του νόμου είναι ευρέως εφικτή, με τη «μη ανιχνεύσιμη ανωνυμία» να ισχύει σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, ακόμα και με εργαλεία όπως το Tor ή VPN. Όταν χρησιμοποιούμε το Διαδίκτυο, αφήνουμε ψηφιακά αποτυπώματα με τα οποία μπορεί να γίνει η ταυτοποίηση μας (π.χ. από IP διευθύνσεις και παρακολούθηση διαδικτυακής κίνησης).

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η διαδικτυακή ανωνυμία θεωρείται περιορισμένη και χαρακτηρίζεται συχνά ως μια «ψευδαίσθηση».

Επιπλέον, η προστασία της ανωνυμίας δεν είναι απόλυτη.  Αποτελεί σχετικό δικαίωμα και μπορεί να περιοριστεί.

Επομένως, ο προληπτικός και αδιάκριτος περιορισμός της διαδικτυακής ανωνυμίας επηρεάζει όλους τους χρήστες χωρίς καμία εγγύηση για ουσιαστικά οφέλη.

Αντιθέτως, η εκ των προτέρων διαδικτυακή ανωνυμία (ή «anonymity by default») μπορεί να προωθήσει μεγαλύτερη ιδιωτικότητα και ελευθερία έκφρασης. Εξάλλου, κάθε προεπιλογή θα πρέπει να προσφέρει το υψηλότερο δυνατό επίπεδο προστασίας της ιδιωτικότητας.

Η συλλογή δεδομένων θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση, όχι τον κανόνα. Ωστόσο, η επιβεβαίωση ταυτότητας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εκ των υστέρων για τη μη συμμορφούμενη συμπεριφορά των χρηστών ή και εθελοντικά από χρήστες που δεν επιθυμούν ανώνυμη επικοινωνία.

Η ανωνυμία στο Διαδίκτυο δεν είναι μόνο για εκείνους που έχουν κακές προθέσεις. Είναι σημαντική για όλους μας και αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της διαδικτυακής μας ταυτότητας. Ιδιωτικοί και δημόσιοι φορείς προσπαθούν να περιορίσουν την ανωνυμία και να μας «σκιαγραφήσουν» τόσο ως καταναλωτές όσο και ως πολίτες.

Ειδικά σε περιόδους πανδημίας και μεγάλης αβεβαιότητας, η διαδικτυακή ανωνυμία πρέπει να προστατεύεται, ώστε να μπορούμε να απολαμβάνουμε τα δικαιώματά μας χωρίς παραβιάσεις. Παρά την συνήθη παρανόηση, η ανωνυμία μπορεί να συμβάλει στην ασφάλειά μας και όχι το αντίστροφο.

 

*Η Ηλιάνα Παιχνιδιάρη είναι απόφοιτη Νομικής Αγγλίας και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (Innovation, Technology and the Law LLM) από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Ασχολείται με την σχέση μεταξύ νόμου και τεχνολογίας και με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή. 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Citron D K, Hate Crimes in Cyberspace (Harvard University Press 2014)
  2. Cross M, Social Media Security (Syngress–Elsevier 2014)
  3. Rotenburg M, Horwitz J and Scott J, Privacy in the Modern Age: The Search for Solutions (The New Press 2015)
  4. Woo, J, Na, H, Choi, J, ‘An Empirical Analysis of the Effect of the Real-Name System on Internet Bulletin Boards: How the Real-Name System and User Characteristics Influence the Use of Slanderous Comments and Swear words’ (2010) 48 Seoul National University 71


Τι μας νοιάζει το -κάθε- 13033;

Του Πέτρου Τερζή*

Κατά την επαναφορά του ειδικού αριθμού 13033 για την κατ’ εξαίρεση μετακίνηση των πολιτών διαβάσαμε και ακούσαμε πολλά. Από τη δυνατότητα απαγόρευσης εξόδου σε πολίτες που «καταχρώνται» την αποστολή SMS, μέχρι για διαδηλωτές που μετακινήθηκαν προς την πορεία της 17ης Νοεμβρίου έχοντας στείλει SMS για το νοσοκομείο «Αλεξάνδρα».

Το δυσάρεστο με τέτοιες ειδήσεις είναι πως η χρήση της γλώσσας, οι ανάγκες του ρεπορτάζ και οι συγκυρίες από τις οποίες ανακύπτουν περιορίζουν αισθητά τη δυνατότητα μας να δούμε τα γεγονότα από άλλη ματιά. Πίσω, όμως, από τις επιγενόμενες εντυπώσεις για μέλη κομματικής οργάνωσης που «προσποιούνται» ίωση για να κατέβουν στην πορεία, υπάρχουν ερωτήματα που ανεπαισθήτως διέφυγαν το δημόσιου διαλόγου.

  • Μπορούν να ξέρουν οι αρχές ποιοι πολίτες πάνε και πού;
  • Μπορεί, άραγε, το 13033 να αρνηθεί μετακινήσεις;
  • Έχει άλλος, πέραν της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, πρόσβαση στα SMS; Αν ναι, πώς, ποιος και γιατί;
  • Και κυρίως γιατί, ως πολίτες, μας νοιάζει το 13033;

Η Homo Digitalis έχει καιρό τώρα θέσει σειρά ερωτημάτων ζητώντας απαντήσεις στα τρία πρώτα ερωτήματα (δείτε εδώ). Μένει, λοιπόν, να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο τελευταίο.

Είναι δύσκολο, άβολο και σχεδόν άχαρο να βρει κάποιος,-α τη δύναμη να μιλήσει για προσωπικά δεδομένα εν μέσω μιας πανδημίας. Οι πολίτες φοβούνται για τις ζωές τους, οι ΜΕΘ αγκομαχούν μετρώντας αντίστροφα, άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να μπορούμε να φωνάξουμε αντίο, αποφάσεις λαμβάνονται επί του πιεστηρίου κι οι πολιτικές τίθενται σε εφαρμογή σε διάστημα λίγων ωρών ή ημερών. Άπαντες τρέχουν να προλάβουν το χρόνο, διαβάζουν ό,τι τους επιτρέπει η ημέρα, ενώ συζητούν και αποφασίζουν ασθμαίνοντας ελπίζοντας στο καλύτερο.

Οποιαδήποτε προσπάθεια αντι-λόγου συναντά το Γολγοθά του λόγου που δικαιολογημένα φωνάζει «πρέπει να σώσουμε ζωές». Και είναι τόσο ισχυρό το ηθικό και πολιτικό βάρος αυτού του λόγου, που καθιστά κολοσσιαία την προσπάθεια να συγκροτηθεί αποτελεσματικά ένας επωφελής για το δημόσιο συμφέρον αντί-λογος.

Σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία, οργανώσεις από όλο τον κόσμο προσπάθησαν και -σε μεγάλο βαθμό- πέτυχαν να περιορίσουν συστήματα ηλεκτρονικής καταγραφής δεδομένων  για την καταπολέμηση της πανδημίας. Μια συλλογική τέτοιων δράσεων μπορείτε να διαβάσετε εδώ, στην ανοιχτή έκδοση του MeatSpace Press με τίτλο ‘Data Justice and Covid-19: Global Perspectives’. Τα ερωτήματα, λοιπόν, της Homo Digitalis πρέπει να διαβαστούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

  • Γιατί, λοιπόν, μας νοιάζει το 13033; Γιατί, εν μέσω πανδημίας, να καθόμαστε να ψάχνουμε ποιος κοιτάει πόσο συχνά στέλνουμε μηνύματα ή τί κάνουμε όταν δηλώνουμε ότι πάμε σουπερμάρκετ;

Όσοι μάχονται για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, έχουν μάθει να φοβούνται τις περιόδους «εκτάκτων συνθηκών». Ξέρουν καλά ότι οι θεσμοί, οι τακτικές και οι δομές που δημιουργούνται εξ αφορμής τους, δεν ξεριζώνονται εύκολα με το πέρας τους. Οι εξονυχιστικοί έλεγχοι στα αεροδρόμια, για παράδειγμα, ή η εγκατάσταση καμερών σε κάθε γωνιά ιδιωτικού και δημόσιου χώρου δεν προέκυψαν σταδιακά και σε βάθος δεκαετιών έπειτα από εξαντλητική συζήτηση μεταξύ θεσμών και πολιτών για το πώς οραματίζεται ο καθένας την οργάνωση και το μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών. Αντίθετα, τις εξελίξεις επιτάχυνε το κύμα «καταπολέμησης της τρομοκρατίας». Στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο, το οπλοστάσιο μαζικής παρακολούθησης πολιτών που κατέχουν οι ΗΠΑ, χρονολογείται από την περίοδο που ακολούθησε την 11η Σεπτεμβρίου κι ό,τι γνωρίζουμε για τη λειτουργία του το οφείλουμε στον Έντουαρντ Σνόουντεν, πρώην υπάλληλο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας των ΗΠΑ που αποφάσισε μια δεκαετία μετά να σπάσει τη σιωπή του.

  • Θα κρατήσει η παρούσα κυβέρνηση, μετά την πανδημία πολιτικές παρακολούθησης και δημόσιας τάξης που θέσπισε για την καταπολέμησή της;

Μάλλον όχι.

  • Θα προχωρήσει η παρούσα κυβέρνηση μετά την πανδημία σε πολιτικές έκτακτης ανάγκης για άλλους σκοπούς, που θα «δικαιολογούν» την επαναφορά του 13033;

Σχεδόν αποκλείεται.

  • Υπάρχει περίπτωση, στο μέλλον, να υπάρξει κυβέρνηση η οποία επικαλουμένη τη δική της «έκτακτη ανάγκης» θα θελήσει να επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας;

Δεν αποκλείεται.

  • Σε ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο, θα υπάρχει η εμπειρία και ένα νομιμοποιητικό «ιστορικό προηγούμενο» να αναπτυχθεί ένα 13033;

Ναι.

Είναι αυτό ακριβώς το «ναι» που κάνει, νομίζω, την προσπάθεια να αξίζει τον κόπο.

Για αυτό ακριβώς το «ναι» αξίζει να βρίσκουμε το πολιτικό και ψυχικό σθένος να μιλάμε για προσωπικά δεδομένα όχι «ακόμα και αν» αλλά «ειδικά» εν μέσω εκτάκτων συνθηκών.

Πρέπει να διασφαλίσουμε πως ό,τι φτιαχτεί για την καταπολέμηση της κρίσης θα αυτοκαταστραφεί με το πέρας της και ό,τι περιορίζει τώρα τις ελευθερίες μας δε θα μπορέσει να καταγραφεί στο συλλογικό μας υποσυνείδητο ως κάτι που μπορεί να ξανασυμβεί.

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι τεχνολογίες παρακολούθησης, αιμοδοτούμενες από τεράστια κεφάλαια επενδυτικών funds, εξελίσσονται ραγδαία και σε μια περίοδο που τεχνολογικοί γίγαντες θεμελιώνουν το εταιρικό τους μοντέλο στο εμπόριο των δικών μας δεδομένων, ο αγώνας για την προστασία της ατομικής μας ταυτότητας και αυτονομίας είναι εξ ορισμού άνισος.

Προσθέστε, τώρα, στην εξίσωση τον παράγοντα «κρίση», και το πρόβλημα πια σε προσκαλεί να το παρατήσεις.

Αναδεικνύοντας, όμως, τις πολιτικές απαρχές του δικαιώματος για την προστασία της ιδιωτικότητας, οι «έκτακτες συνθήκες» εκτός από το να την παραβιάζουν, καταφέρνουν να μας υπενθυμίζουν το αξιακό της βάρος.

Γιατί αν και λέγονται «προσωπικά» τα δεδομένα και το δικαίωμα βαφτίστηκε ως «ιδιωτικότητα», στο τέλος της ημέρας αυτό που προστατεύεται είναι το «συλλογικό» και μαζί του  η κοινή μας προσπάθεια να μη σπάσει ο αρμός που υποστηρίζει τα θεμέλια της δημοκρατίας μας.

Διαβάστε, λοιπόν εδώ την επιστολή της Homo Digitalis και όσες δράσεις της ακολουθήσουν, ως μια τέτοια μικρή συνεισφορά σε μία κοινή προσπάθεια που γνώμονα έχει την ποιότητα της συλλογικής μας ταυτότητας όχι μόνο εν μέσω πανδημίας, αλλά κυρίως μετά, πολύ μετά το πέρας της.

 *Ο Πέτρος Τερζής, συνιδρυτής του Pandemos Project, εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο πανεπιστήμιο του Winchester με τίτλο ‘Who, then, in law is my neighbour: Judgment, responsibility and harm in the onlife world’. Eίναι μέλος της Homo Digitalis από τον Ιανουάριο του 2020.