Η απόφαση Google Spain v AEPD and Mario Costeja Gonzalez του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Μία σύντομη κριτική ανάλυση

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του αυτή, δημιουργεί νομολογία σύμφωνα με την οποία η Google οφείλει να διαγράφει προσωπικά δεδομένα κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου.

Η υπόθεση Google Spain SL, Google Inc. v Agencia Española de Protección de Datos, Mario Costeja González (εν συντομία Google Spain κατά Costeja Gonzalez) κρίθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση εκδόθηκε στις 25 Ιουνίου 2013 και αποτελεί σημείο αναφοράς για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην ψηφιακή εποχή.

– Το ιστορικό της υπόθεσης

Στις 5 Μαρτίου 2010 ένας Ισπανός πολίτης, ο Mario Costeja Gonzalez, υπέβαλλε αίτηση κατά μίας ισπανικής εφημερίδας, της Google Spain SL και της Google Inc., ενώπιον της Ισπανικής Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (AEPD).

Ο αιτών διαμαρτυρόταν ότι οποιοσδήποτε χρήστης του διαδικτύου πληκτρολογούσε το ονοματεπώνυμό του στη μηχανή αναζήτησης της Google, θα λάμβανε ως αποτέλεσμα δύο δημοσιεύματα ισπανικής εφημερίδας σχετικά με μία διαταγή εκπλειστηριασμού του  σπιτιού του. Ο αιτών ζητούσε η εφημερίδα να διαγράψει το όνομά του από τα σχετικά δημοσιεύματα και η Google να αφαιρέσει τα συγκεκριμένα προσωπικά του δεδομένα από τα αποτελέσματα που παρέχει στους χρήστες της.

Ισχυριζόταν ότι οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του σπιτιού του είχαν τερματισθεί οριστικά πολλά χρόνια πριν και οποιαδήποτε αναφορά σε αυτές δεν έχει καμία σχέση με το παρόν.

Η Ισπανική Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων απέρριψε το αίτημα ως προς της ισπανική εφημερίδα, το έκανε όμως δεκτό ως προς τη Google. Σύμφωνα με την Αρχή, η εφημερίδα δεν υποχρεούνταν να ανακαλέσει τα δημοσιεύματα, καθώς τα τελευταία είχαν εκδοθεί νόμιμα κατά την ημερομηνία δημοσίευσής τους.

Αντίθετα, έκρινε ότι οι μηχανές αναζήτησης είναι επεξεργαστές προσωπικών δεδομένων και συνεπώς οι Google Spain και Google Inc. όφειλαν να προβούν σε διαγραφή προσωπικών δεδομένων, κατόπιν του αιτήματος του ενδιαφερομένου. Η Αρχή βάσισε την απόφασή της στην Οδηγία 1995/46 της ΕΕ.

Κατόπιν τούτου, οι Google Spain και Google Inc. άσκησαν έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον του Ισπανικού Ανώτατου Δικαστηρίου. Το τελευταίο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτοντας του μία σειρά από προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ορθή εφαρμογή της Οδηγίας.

Τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσαν στο αν η Google εμπίπτει στην έννοια του επεξεργαστή δεδομένων και επίσης αν, ως μία Ευρωπαϊκή εταιρεία, εμπίπτει στις διατάξεις της Οδηγίας. Σε περίπτωση θετικής απάντησης, ζητούνταν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να προσδιορίσει την ευθύνη της Google ως επεξεργαστή δεδομένων και να κρίνει εάν ένας πολίτης έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Google να διαγράψει τα προσωπικά του δεδομένα, δηλαδή δικαίωμα στη λήθη. (λινκ για άρθρο “Δικαίωμα στη Λήθη”)

– Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Google είναι πράγματι επεξεργαστής δεδομένων, καθώς «συλλέγει προσωπικά δεδομένα, τα οποία στη συνέχεια καταγράφει, οργανώνει και αποθηκεύει στους διακομιστές της» και καθώς προσδιορίζει τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας δεδομένων. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Google Spain αποτελεί στην ουσία θυγατρική της Google Inc και συνεπώς η Google Inc. υπόκειται στην Οδηγία της ΕΕ.

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της απόφασης αφορά στις νομικές υποχρεώσεις που υπέχουν οι μηχανές αναζήτησης, όπως η Google, σύμφωνα με την Οδηγία. Το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ότι οι μηχανές αναζήτησης έχουν δικαίωμα να επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να εξυπηρετηθεί το έννομο συμφέρον του κατόχου των δεδομένων ή τρίτων μερών.

Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο. Μπορεί να περιοριστεί όταν προσβάλλονται τα συμφέροντα ή τα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου –ιδίως το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι τα οικονομικά συμφέροντα της μηχανής αναζήτησης δεν είναι σε καμία περίπτωση αρκετά ώστε να περιορίσουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή κατά κανόνα υπερέχει του δημοσίου συμφέροντος για πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα κάποιου μη δημοσίου προσώπου.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει αναμφίβολα έννομο συμφέρον να αρνηθεί τη δημοσίευση των δεδομένων του, ακόμη και αν η δημοσίευση δεν είναι επιβλαβής για το ίδιο. Το δικαίωμά του αυτό βασίζεται στο δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή.

Συνεπώς, το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων –στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κ. Costeja Gonzalez- δύναται να αξιώσει τη διαγραφή των δεδομένων του, αν οι πληροφορίες που δημοσιεύονται είναι «ανεπαρκείς, άσχετες ή όχι πλέον σχετικές, ή υπερβολικές σχετικά με τους σκοπούς [της επεξεργασίας] και σε συνάρτηση με το χρόνο που έχει παρέλθει». Σε αυτή την περίπτωση το υποκείμενο έχει το σχετικό δικαίωμα, αλλά και ο κάτοχος των δεδομένων έχει την υποχρέωση να προβεί στη διαγραφή των δεδομένων.

Το Δικαστήριο με αυτή του την απόφαση έκρινε ότι ο Mario Costeja Gonzalez είχε δικαίωμα να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων του από την Google, ενώ η τελευταία είχε υποχρέωση να προβεί στη σχετική διαγραφή. Αυτή η απόφαση συνεπώς αναγνώρισε το δικαίωμα στη λήθη για τα υποκείμενα των δεδομένων και ταυτόχρονα τη σχετική υποχρέωση του κατόχου των δεδομένων.

– Σχολιασμός της απόφασης

Η απόφαση αυτή είναι μείζονος σημασίας, καθώς αποτελεί δεδικασμένο πάνω στο οποίο μπορούν να στηριχτούν μετέπειτα αποφάσεις του Δικαστηρίου. Επίσης στο σκεπτικό της ή ακόμη και στις απόψεις της μειοψηφίας μπορούν να βασιστούν και αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων σε συναφείς υποθέσεις.

Ήδη βλέπουμε ότι ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (GDPR) θεμελιώνει το δικαίωμα στη λήθη, κατά τρόπο ο οποίος αποτελεί λογική συνέχεια της εν λόγω απόφασης. Είναι επομένως πολύ σημαντικό να γίνει ένας σχολιασμός της απόφασης.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η απόφαση δε φαίνεται να διαχωρίζει ανάμεσα στις συνέπειες της αφαίρεσης δεδομένων από μία μηχανή αναζήτησης και στην αντίστοιχη αφαίρεση από μία ιστοσελίδα. Η δημοσίευση δεδομένων σε μία μεμονωμένη ιστοσελίδα έχει πολύ μικρότερες συνέπειες για το δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικής ζωής και την προστασία των προσωπικών δεδομένων ενός ατόμου από την αντίστοιχη δημοσίευση σε μία μηχανή αναζήτησης.

Η δυνατότητα της μηχανής αναζήτησης να συλλέξει πληροφορίες, να τις αθροίσει, να τις δημοσιεύσει σε σύνολο και κατά συνέπεια να δημιουργήσει ένα ολόκληρο προφίλ για το χρήστη είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει από μία μεμονωμένη ιστοσελίδα. Η μηχανή αναζήτησης επίσης κατά κανόνα χρησιμοποιείται από πολύ περισσότερους χρήστες από μία ιστοσελίδα.

Συνεπώς, τα δεδομένα που δημοσιεύονται σε μία μηχανή αναζήτησης είναι προσβάσιμα σε πολύ μεγαλύτερο κοινό και μπορούν να δημιουργήσουν μία ολόκληρη ψηφιακή προσωπικότητα για ένα άτομο. Αυτό το σκεπτικό χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης.

Κατά την ίδια λογική, η αφαίρεση δεδομένων από μία μηχανή αναζήτησης έχει πολύ πιο σημαντικές συνέπειες από την αφαίρεση δεδομένων από μία ιστοσελίδα. Η πρώτη επηρεάζει με πολύ πιο ουσιώδη τρόπο το δικαίωμα στην πρόσβαση σε πληροφορίες.

Όταν κάποιος αναζητά πληροφορίες για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι πολύ πιο πιθανό να αναζητήσει αυτές τις πληροφορίες πληκτρολογώντας το όνομα του συγκεκριμένου προσώπου σε μία μηχανή αναζήτησης παρά να το αναζητήσει σε κάθε ιστοσελίδα στην οποία πιθανολογεί ότι το όνομα αυτό μπορεί να αναφέρεται.

Επομένως, αν τα προσωπικά δεδομένα κάποιου ατόμου αφαιρεθούν από μία μηχανή αναζήτησης, το δικαίωμα του ατόμου αυτού για την προστασία της προσωπικής ζωής και των προσωπικών του δεδομένων προστατεύεται με πολύ διαφορετικό και ουσιώδη τρόπο από την περίπτωση που τα δεδομένα αυτά αφαιρεθούν από μία ιστοσελίδα. Αντίστοιχα όμως, επηρεάζεται και το δικαίωμα του κοινού για πρόσβαση σε πληροφορίες, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Παρότι το Δικαστήριο τόνισε τη διαφοροποίηση ανάμεσα στην επεξεργασία δεδομένων από μία μηχανή αναζήτησης και από μία ιστοσελίδα, δεν αντιμετώπισε με τον ίδιο τρόπο το δικαίωμα του κοινού για πρόσβαση σε πληροφορίες, το οποίο επηρεάζεται με διαφορετικό τρόπο στις δύο περιπτώσεις.

Επίσης, το Δικαστήριο φαίνεται να αντιμετωπίζει μόνο τους λόγους δημοσίου συμφέροντος ως ικανούς να περιορίσουν τα δικαιώματα στο σεβασμό της προσωπικής ζωής και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Το δικαίωμα στην πρόσβαση στις πληροφορίες θα έπρεπε να αναφέρεται και να χρησιμοποιείται ως λόγος περιορισμού των ανωτέρω δικαιωμάτων.

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι μείζονος σημασίας. Δεν μπορεί όμως σε καμία περίπτωση να είναι απόλυτη. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες άλλα δικαιώματα –και όχι μόνο λόγοι δημοσίου συμφέροντος- υπερτερούν και θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη στη στάθμιση που γίνεται. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει συμπεριλάβει και το δικαίωμα στην πρόσβαση σε πληροφορίες ως δικαίωμα που πρέπει να σταθμίζεται με το δικαίωμα στη λήθη.

Το αποτέλεσμα στην εν λόγω υπόθεση λογικά δε θα ήταν διαφορετικό. Όμως η συγκεκριμένη απόφαση μπορεί να έχει σοβαρές προεκτάσεις σε μελλοντικές υποθέσεις. Για αυτό το λόγο, θα έπρεπε να έχει συμπεριλάβει τη συγκεκριμένη σκέψη και να έχει αναφερθεί ενδελεχέστερα στο Άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά τη λήψη της απόφασης.

Η προστασία του δικαιώματος στην προσωπική ζωή και των προσωπικών δεδομένων κατά κανόνα προέχει του δικαιώματος του κοινού για πρόσβαση σε πληροφορίες. Σε κάθε περίπτωση, τα δύο δικαιώματα θα πρέπει να σταθμίζονται από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα στοιχεία και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Ένα πολύ σημαντικό σημείο το οποίο η απόφαση δεν αποσαφήνισε είναι η γεωγραφική εφαρμογή του δικαιώματος στη λήθη, δηλαδή αν το δικαίωμα στη λήθη βρίσκει εφαρμογή και εκτός των ορίων της ΕΕ. Πολύ ισχυρά επιχειρήματα υπάρχουν υπέρ και των δύο απόψεων. Το θέμα αναμένεται να αποσαφηνιστεί στην εκκρεμούσα ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου υπόθεση Google κατά Γαλλίας.

Επίσης πολλή κριτική έχει ασκηθεί στο Δικαστήριο εξαιτίας της διευρυμένης έννοιας που έδωσε στην έννοια του «διαχειριστή προσωπικών δεδομένων». Σύμφωνα με την κριτική αυτή διαχειριστές προσωπικών δεδομένων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν όχι μόνο οι μηχανές αναζήτησης, αλλά και οι χρήστες τους.

Η κριτική αυτή είναι πλέον χωρίς αντικείμενο, καθώς ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων φαίνεται να ορίζει επαρκώς την έννοια του «διαχειριστή προσωπικών δεδομένων». Σαφώς, η εφαρμογή του Κανονισμού από το Δικαστήριο σε μελλοντικές υποθέσεις αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η απόφαση Google Spain κατά Costeja Gonzalez αποτελεί ορόσημο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων σε ευρωπαϊκό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Google, η οποία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους επεξεργαστές προσωπικών δεδομένων, έχει δημιουργήσει ένα σύστημα για την εύκολη και γρήγορη πρόσβαση των χρηστών της στο δικαίωμα στη λήθη (μπορείτε να έχετε πρόσβαση στη σχετική φόρμα της Google κάνοντας κλικ εδώ).

Ταυτόχρονα, το δικαίωμα στη λήθη κατοχυρώνεται στο Γενικό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Όλοι οι υπεύθυνοι επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων υποχρεούνται πλέον να το σεβαστούν και όλα τα υποκείμενα προσωπικών δεδομένων μπορούν να το απολαύσουν, στα πλαίσια βέβαια συγκεκριμένων περιορισμών. Ο κύριος Costeja Gonzalez – εσκεμμένα ή μη- βοήθησε στη θεμελίωση ενός δικαιώματος, το οποίο θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ψηφιακή εποχή στην οποία ζούμε.


Το δικαίωμα στη λήθη - Delete στα λάθη της εφηβικής ζωής

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης

Όσοι είναι γεννημένοι μετά το 1990 είναι πολύ πιθανό να έχουν αφήσει ίχνη της ανήλικης ζωής τους στο διαδίκτυο. Όσο νεότερος ο χρήστης, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες. Ειδικά για όσους έχουν γεννηθεί λίγο πριν το 2000, το ερώτημα δεν αφορά στο αν έχουν αφήσει ίχνη, αλλά στο πόσα ίχνη άφησαν.

Σύμφωνα με τη UNICEF, κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, 2 παιδιά χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για πρώτη φορά στην ζωή τους. Σήμερα βλέπουμε παιδιά που μόλις έχουν μάθει να περπατούν και ακόμη δυσκολεύονται να κλωτσήσουν μία μπάλα, να χειρίζονται με χαρακτηριστική ευκολία ένα smartphone ή ένα tablet. Τα παιδιά και οι έφηβοι είναι τόσο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, ώστε συχνά και οι γονείς τους να δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν και να επιβλέπουν τις δραστηριότητές τους –ειδικά αν οι ίδιοι δεν έχουν ιδιαίτερα καλή σχέση με την τεχνολογία.

Η ευκολία της πρόσβασης στο διαδίκτυο έχει αναμφίβολα θετικό αντίκτυπο στα παιδιά και στους εφήβους. Μέσα από την οθόνη του κινητού, του tablet ή του υπολογιστή τους τούς ανοίγεται ένα παράθυρο στον κόσμο. Οι νέοι πλέον δεν αντλούν πληροφορίες και παραστάσεις μόνο από το σχολείο, την οικογένεια, το φροντιστήριο και την ομάδα στην οποία αθλούνται.

Με μερικά μόνο “κλικ” ή αγγίγματα της οθόνης αφής έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και εικόνες, οι οποίες για τις προηγούμενες γενιές ήταν ασύλληπτες. Αυτό τους δημιουργεί μία επιπρόσθετη ανάγκη: να είναι και οι ίδιοι μέρος αυτού του ψηφιακού κόσμου. Δύσκολα συναντά κάποιος έφηβο, ο οποίος δε διατηρεί τουλάχιστον ένα λογαριασμό σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι νέοι δείχνουν έτοιμοι να δημοσιοποιήσουν ένα κομμάτι της ιδιωτικής τους ζωής προκειμένου να γίνουν αρεστοί και αποδεκτοί και, εν τέλει, τμήμα της ψηφιακής πραγματικότητας.  Πολλές φορές το κομμάτι αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλο –ίσως μεγαλύτερο από ότι θα έπρεπε.

Έτσι βλέπουμε συχνά φωτογραφίες μεθυσμένων ή προκλητικά ντυμένων εφήβων, φωτογραφίες από την ερωτική τους ζωή και δημοσιεύσεις με ιδιαίτερα καυστικό περιεχόμενο, οι οποίες μπορεί να περιέχουν ύβρεις, να περιγράφουν παράνομες για την ηλικία τους δραστηριότητες ή να στοιχειοθετούν bullying.

Οι νέοι φαίνονται να αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι από τη στιγμή που κάποιο προσωπικό τους δεδομένο ανεβαίνει στο διαδίκτυο, στην πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται ποτέ. Ακόμη και αν διαγραφεί από το δημόσιο προφίλ τους, παραμένει στις βάσεις δεδομένων των εταιρειών κοινωνικής δικτύωσης.

Αυτός ο φόβος ίσως οδήγησε και στη μεγάλη επιτυχία του Snapchat και των ιστοριών στο Instagram ανάμεσα στο εφηβικό κοινό. Τα δύο αυτά μέσα υπόσχονται παροδικότητα στη δημόσια εμφάνιση των δημοσιεύσεων που γίνεται μέσω αυτών, η οποία διαρκεί από 3 δευτερόλεπτα εώς 24 ώρες.

Το ερώτημα είναι τι γίνεται όταν οι νέοι αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της αλόγιστης χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και επιθυμούν να εξαφανίσουν τα προσωπικά δεδομένα που έχουν μοιραστεί δημοσίως. Την απάντηση εδώ δίνει το δικαίωμα στη λήθη.

Το άρθρο 17 του νέου Κανονισμού για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων προβλέπει ρητά ότι σε περίπτωση που τα «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν συλλεχθεί σε σχέση με την προσφορά υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών απευθείας σε παιδί», ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διαγραφή τους από τον υπεύθυνο επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, δηλαδή στις περισσότερες περιπτώσεις το Facebook, το Instagram ή κάποιο άλλο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Κανονισμός ορίζει ως ανώτατη ηλικία παιδιού τα 16 χρόνια. Τα κράτη μέλη μπορεί να ορίσουν διαφορετικά, αλλά σε καμία περίπτωση η ηλικία παιδιού δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα 13 χρόνια.

Μένει να δούμε τι θα ορίσει η ελληνική νομοθεσία ως ηλικία παιδιού, κατά την οποία προστατεύονται απόλυτα τα προσωπικά δεδομένα. Το δικαίωμα στη λήθη δεν το έχουν μόνο κατά τη διάρκεια της παιδικής ή εφηβικής τους ζωής, αλλά το διατηρούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, σχετικά με προσωπικά δεδομένα που μοιράστηκαν όσο ήταν ακόμη παιδιά.

Το δικαίωμα στη λήθη παρέχει τη δυνατότητα τα νεανικά σφάλματα κάποιου να μην τον στιγματίζουν για πάντα. Οι εφηβικές αναμνήσεις είναι αδιαμφισβήτητα από τις πιο σημαντικές που συλλέγει ένας άνθρωπος στην ζωή του.

Ταυτόχρονα είναι, όμως, και από τις πιο προσωπικές. Πολλές από αυτές ανήκουν στον πυρήνα των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Τα άτομα τείνουν να κρατούν τις αναμνήσεις αυτές όσο πιο καλά φυλαγμένες μπορούν και επιτρέπουν μόνο σε ορισμένα πρόσωπα –αν όχι σε κανένα- να έχουν πρόσβαση και γνώση των εφηβικών και παιδικών τους παρασπονδιών και καθημερινών δραστηριοτήτων.

Το άρθρο 17 του νέου Κανονισμού έρχεται να τους ξαναδώσει αυτή τη δυνατότητα διαφύλαξης των αναμνήσεων τους και να τους επιστρέψει τη δυνατότητα διαχείρισης των προσωπικών δεδομένων, που τα ίδια μοιράστηκαν κατά την εποχή της «αθωότητας» -αν μπορεί ακόμη να ονομάζεται έτσι.

«Οι νέοι φαίνονται να αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι από τη στιγμή που κάποιο προσωπικό τους δεδομένο ανεβαίνει στο διαδίκτυο, στην πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται ποτέ.»


Το δικαίωμα στη λήθη - Διαγράφοντας το παρελθόν

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης

Το άρθρο 17 του νέου Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων καθιερώνει το δικαίωμα στη διαγραφή, το λεγόμενο «δικαίωμα στη λήθη». Σύμφωνα με τo άρθρo αυτό, το άτομο έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διαγραφή προσωπικών δεδομένων και ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων έχει υποχρέωση να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη διαγραφή τους άμεσα και χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Το δικαίωμα στη λήθη δεν κατοχυρώνεται για πρώτη φορά με την έναρξη ισχύος του νέου Κανονισμού. Είχε καθιερωθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με την Οδηγία της ΕΕ 1995/46. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήδη από το 2014 έχει αποφανθεί υπέρ της ύπαρξης του σχετικού δικαιώματος στην απόφαση Google Spain v AEPD and Mario Costeja González.

Με βάση το άρθρο 17 του νέου Κανονισμού, ο υπεύθυνος επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων έχει την υποχρέωση να προβεί σε διαγραφή τους και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να το αξιώσει από αυτόν στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) τα προσωπικά δεδομένα δεν είναι πλέον αναγκαία για τον σκοπό που αρχικά συλλέχθηκαν,

β) ο ενδιαφερόμενος ανακαλεί τη συγκατάθεσή του να επεξεργαστούν τα προσωπικά δεδομένα του, και η επεξεργασία τους δε μπορεί να βασιστεί σε άλλη νομική βάση,

γ) ο ενδιαφερόμενος αντιτάσσεται κατά της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του όταν αυτά επεξεργάζονται για την απευθείας εμπορική προώθηση προϊόντων,

δ) ο ενδιαφερόμενος αντιτάσσεται κατά της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του όταν αυτά επεξεργάζονται με βάση το δημόσιο συμφέρον, ή την άσκηση δημόσιας εξουσίας ή το έννομο συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας και τρίτων, και δεν υπάρχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι για την επεξεργασία,

ε) τα προσωπικά δεδομένα του ενδιαφερόμενου επεξεργάζονται παράνομα.

στ) τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να διαγραφούν εξαιτίας υποχρεώσεων που έχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας τους με βάση το δίκαιο της ΕΕ ή το δίκαιο του κράτους στο οποίο υπόκειται.

ζ) τα προσωπικά δεδομένα αφορούν παιδί και συλλέχθηκαν αναφορικά με τη παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών σε αυτό.

Με βάση τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι το δικαίωμα στη λήθη δεν είναι απόλυτο. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ζητά τη διαγραφή προσωπικών δεδομένων του από το διαδίκτυο, δε συνεπάγεται τη διαγραφή τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Google, η εταιρεία τα τελευταία 3 χρόνια έχει λάβει 720.000 αιτήματα διαγραφής προσωπικών δεδομένων και έχει προχωρήσει στην ικανοποίηση του 43% των αιτημάτων.

Σε μία περίπτωση κατάσχεσης σπιτιού λόγω χρεών ή μια απόλυση που είχαν λάβει χώρα πριν πολλά χρόνια, το σχετικό αίτημα κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει δεκτό. Σε μία περίπτωση ποινικής καταδίκης για ένα ειδεχθές έγκλημα, αυτό είναι μάλλον απίθανο –εξάλλου, αυτό θα εμφανίζεται για πάντα στο ποινικό μητρώο του δράστη.

Τι θα συμβεί όμως στην περίπτωση μίας παλιάς κατηγορίας για ένα κακούργημα, το οποίο ποτέ δεν αποδείχθηκε;

Ή στην περίπτωση μίας πρόσφατης χρεωκοπίας;

Ή, τέλος, στην περίπτωση που κάποιος έχει εκφράσει δημόσια πολιτικές απόψεις, τις οποίες θέλει τώρα να ανακαλέσει;

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να γίνεται στάθμιση του δικαιώματος στη λήθη με την ελευθερία της έκφρασης, με το οικονομικό συμφέρον του επεξεργαστή των δεδομένων, καθώς και με το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου να αποκτήσει πρόσβαση στην πληροφορία αυτή στο πλαίσιο του δικαιώματος στην πληροφόρηση. Η στάθμιση αυτή θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προεξοφληθούν τα αποτελέσματά της. Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το δικαίωμα στη λήθη κατά κανόνα υπερισχύει του οικονομικού συμφέροντος του επεξεργαστή των δεδομένων, καθώς και του δικαιώματος του κοινού στην πληροφόρηση.

Σήμερα, βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μία ακόμη πολύ σημαντική υπόθεση, αυτή της Google εναντίον της Γαλλίας. Το πιο σημαντικό θέμα που έχει τεθεί στο Δικαστήριο είναι η παγκοσμιότητα του δικαιώματος στη λήθη. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν το σχετικό δικαίωμα επεκτείνεται και εκτός των ορίων της ΕΕ. Το επιχείρημα της Γαλλίας υπέρ της επέκτασης είναι ότι χωρίς αυτή, το δικαίωμα στη λήθη καθίσταται άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. Ακόμη και αν η Google υποχρεωθεί να διαγράψει ή να διορθώσει τα αποτελέσματα μίας αναζήτησής της στον ευρωπαϊκό χώρο, τα αποτελέσματα αυτά θα συνεχίσουν να εμφανίζονται στον υπόλοιπο κόσμο. Από την άλλη, η Google επικαλείται την ελευθερία της έκφρασης, η οποία θα περιοριστεί σημαντικά, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει υπέρ της επέκτασης του δικαιώματος. Η εταιρεία ισχυρίζεται ότι σε μία τέτοια περίπτωση, απολυταρχικά καθεστώτα θα μπορούν να εφαρμόσουν τους νόμους τους κατά τρόπο ώστε να παγκοσμιοποιήσουν τους περιορισμούς που επιβάλλουν.

Για παράδειγμα, η Ταϋλάνδη θα μπορεί να εφαρμόσει τη νομοθεσία της που απαγορεύει οποιαδήποτε προσβολή κατά του βασιλιά της σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Google υποστηρίζει ότι πρέπει να επαφίεται στο κάθε κράτος να σταθμίζει ανάμεσα στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στην ελευθερία της έκφρασης. Σύμφωνα με την εταιρεία, κανένα κράτος δεν πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλει σε ένα άλλο κράτος τους νόμους του.

Είναι δεδομένο ότι και οι δύο πλευρές έχουν πολύ ισχυρά επιχειρήματα. Όποια και αν είναι η έκβαση της δίκης, ένα είναι σίγουρο: Το δικαίωμα στη λήθη μόλις κατοχυρώθηκε και είναι εδώ για να μείνει. Και αυτό γιατί εξασφαλίζει κάτι πολύ σπουδαίο: το δικαίωμα να ζει κάποιος χωρίς να έχει ένα τέλειο παρελθόν. Με άλλα λόγια, το δικαίωμα να ζει κάποιος μία κανονική ζωή.

“Το δικαίωμα στη λήθη δεν είναι απόλυτο. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ζητά τη διαγραφή προσωπικών δεδομένων του από το διαδίκτυο, δε συνεπάγεται τη διαγραφή τους.”


Τι είναι τα ψηφιακά δικαιώματα;

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης

Τα ψηφιακά δικαιώματα είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα που επιτρέπουν την πρόσβαση των ατόμων και τη δυνατότητά τους να χρησιμοποιήσουν και να επεξεργαστούν ψηφιακά μέσα επικοινωνίας ή να έχουν πρόσβαση και δυνατότητα χρήσης υπολογιστών, άλλων ηλεκτρονικών συσκευών και δικτύων επικοινωνίας. Το σημαντικότερο και πιο γνωστό από αυτά τα δίκτυα επικοινωνίας είναι το Διαδίκτυο, το οποίο όπως λέει και το όνομά του, αποτελεί το «δίκτυο των δικτύων».

– Ποια είναι τα ψηφιακά δικαιώματα;

Τα ψηφιακά δικαιώματα είναι όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα που σχετίζονται με τις παραπάνω δραστηριότητες στην ψηφιακή εποχή, στην οποία ζούμε. Τα κυριότερα ψηφιακά δικαιώματα τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία πληροφόρησης, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία –υλική και πνευματική, το δικαίωμα στη δικαστική προσφυγή και η απαγόρευση των διακρίσεων. Ο κατάλογος αυτός είναι ενδεικτικός. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας και την αντίστοιχη επέκταση των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων είναι πιθανό να δημιουργηθούν νέα ψηφιακά δικαιώματα.

– Πότε δημιουργήθηκαν τα ψηφιακά δικαιώματα;

Τα ψηφιακά δικαιώματα δεν είναι τίποτα άλλο από προέκταση των ήδη κατοχυρωμένων δικαιωμάτων στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά και στο Σύνταγμα της Ελλάδας. Με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την είσοδο στην ψηφιακή εποχή δημιουργήθηκε ένας νέος ψηφιακός κόσμος, παράλληλος με τον πραγματικό. Τα ήδη κατοχυρωμένα δικαιώματα πήραν και μία νέα διάσταση, ώστε να καλύψουν το νέο χώρο ανθρώπινης δραστηριότητας που δημιουργήθηκε.

– Προστατεύονται τα ψηφιακά δικαιώματα;

Όπως αναφέρθηκε, τα ψηφιακά δικαιώματα αποτελούν προέκταση κατοχυρωμένων θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Απολαύουν λοιπόν της ίδιας προστασίας με τα ήδη κατοχυρώμενα δικαιώματα. Ασφαλώς, νέα νομοθεσία είναι απαραίτητη, ώστε να ρυθμίσει ενδελεχώς τις όποιες ιδιαιτερότητες της νέας κατάστασης.

– Γιατί είναι σημαντικά τα ψηφιακά δικαιώματα;

Όλοι μας καθημερινά επιδιδόμαστε σε δραστηριότητες μέσω του διαδικτύου και ηλεκτρονικών συσκευών: κάνουμε αγορές, επικοινωνούμε, ανταλλάσσουμε απόψεις και πληροφορίες, ενημερωνόμαστε. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πλέον ταυτόχρονα με τον πραγματικό κόσμο, ζούμε και δραστηριοποιούμαστε και σε έναν ψηφιακό. Όπως ο πραγματικός μας εαυτός έχει ανάγκη προστασίας, έτσι και ο ψηφιακός.

Για να μπορέσουμε να προστατέψουμε τα ψηφιακά μας δικαιώματα όμως, πρέπει πρώτα να ενημερωθούμε για αυτά. Πρέπει να μάθουμε πώς τα προσωπικά μας δεδομένα χρησιμοποιούνται από εταιρείες, κράτη και άλλα άτομα. Πρέπει να μάθουμε πού αρχίζει και πού τελειώνει η ελευθερία της έκφρασής μας στο διαδίκτυο. Πρέπει να μάθουμε πώς να προστατεύουμε τις διαδικτυακές μας συναλλαγές. Πρέπει να μάθουμε πού και πότε επιτρέπεται η παρακολούθηση των δραστηριοτήτων μας με κάμερες και πού όχι.

Τα ψηφιακά δικαιώματα είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Όπως ενδιαφερόμαστε για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών μας στον πραγματικό κόσμο, πρέπει να αρχίσουμε να ενδιαφερόμαστε για την προστασία τους και στον ψηφιακό κόσμο.