Γράφει η Αλεξάνδρα Μελισσηνού*
Μια υπόθεση εργασίας
Ας φανταστούμε το εξής: βρισκόμαστε στον καναπέ, έτοιμοι να ξεκινήσουμε την αγαπημένη μας σειρά. Τα φώτα είναι λίγο πιο έντονα απ’ όσο θα θέλαμε, αλλά κανείς δεν σηκώνεται. Αντί γι’ αυτό, απευθυνόμαστε σε μια συσκευή στο σαλόνι και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο φωτισμός προσαρμόζεται. Η τεχνολογία λειτουργεί αθόρυβα, αποτελεσματικά, σχεδόν μαγικά. Για την Αλεξάνδρα που μιλά, η εμπειρία μοιάζει απλή. Για τη «Alexa» που ακούει, ξεκινά μια πιο σύνθετη διαδικασία στο παρασκήνιο.
Αυτή είναι η γοητεία των φωνητικών ψηφιακών βοηθών: υπόσχονται ευκολία, ταχύτητα και λιγότερη προσπάθεια. Μαζί με την άνεση, όμως, αναδύεται ένα ερώτημα που σπάνια τίθεται με την ίδια ευκολία. Τι σημαίνει αυτή η διευκόλυνση για την ιδιωτικότητα και τον έλεγχο των προσωπικών μας δεδομένων;
Σε αντίθεση με άλλες ψηφιακές υπηρεσίες, οι φωνητικοί βοηθοί δεν περιορίζονται σε μια οθόνη που ανοίγουμε και κλείνουμε. Βρίσκονται μόνιμα μέσα στο σπίτι, στον πιο προσωπικό μας χώρο και βασίζονται στη φωνή μας για να λειτουργήσουν. Δεν αλληλοεπιδρούμε απλώς μαζί τους, τους επιτρέπουμε να βρίσκονται διαρκώς «σε ετοιμότητα», σε ένα περιβάλλον όπου μιλάμε πιο χαλαρά και αυθόρμητα, συχνά χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι η ομιλία μας μπορεί να μετατραπεί σε δεδομένο.
Η συζήτηση για την ιδιωτικότητα συχνά απλοποιείται υπερβολικά και καταλήγει στο επιχείρημα ότι «όποιος δεν έχει κάτι να κρύψει, δεν έχει λόγο να ανησυχεί». Στην πραγματικότητα, όμως, η ιδιωτικότητα δεν αφορά μόνο το αν μας βλέπουν ή μας ακούν. Αφορά τον χώρο μέσα στον οποίο μπορούμε να υπάρχουμε χωρίς αδικαιολόγητη παρέμβαση, να επικοινωνούμε, να κάνουμε επιλογές και, εξίσου σημαντικό, να αλλάζουμε γνώμη.
Γι’ αυτό και η ιδιωτικότητα συνδέεται στενά με την αυτονομία και την ελευθερία επιλογής. Σε ακρόαση στο Κογκρέσο, ο Mark Zuckerberg απέφυγε να απαντήσει στο ερώτημα σε ποιο ξενοδοχείο είχε διανυκτερεύσει το προηγούμενο βράδυ. Η αμηχανία αυτή δεν υποδηλώνει κάτι ύποπτο, αλλά την αναγνώριση ότι ορισμένες πληροφορίες ανήκουν στη σφαίρα του ιδιωτικού.
Το παρόν άρθρο εστιάζει στους φωνητικούς βοηθούς, όπου η συλλογή και επεξεργασία δεδομένων πραγματοποιείται με τη συγκατάθεση του χρήστη, αναδεικνύοντας ωστόσο ότι ο τρόπος σχεδιασμού των συστημάτων και η περαιτέρω αξιοποίηση των δεδομένων μπορούν να επηρεάσουν την ιδιωτικότητα, ακόμη, και χωρίς ευθεία παραβίαση του νόμου. Στο πλαίσιο αυτό, οι φωνητικοί βοηθοί αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης «ανταλλαγής» μεταξύ ευκολίας και ελέγχου, καθώς η χρήση τους εγείρει συναφή ζητήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι ως έκφραση τεχνοφοβίας ή αντίθεσης στην καινοτομία, αλλά ως αφορμή για κριτική σκέψη γύρω από τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία σχεδιάζεται, ενσωματώνεται και ρυθμίζεται.
Τι είναι οι φωνητικοί βοηθοί και γιατί μας αφορούν
Οι φωνητικοί βοηθοί είναι ψηφιακές υπηρεσίες που μας επιτρέπουν να αλληλεπιδρούμε με την τεχνολογία χρησιμοποιώντας μόνο τη φωνή μας. Με μια απλή εντολή μπορούμε να χαμηλώσουμε τα φώτα, να ακούσουμε ειδήσεις ή να ρυθμίσουμε τη θερμοκρασία, χωρίς να αγγίξουμε καμία συσκευή. Στην καθημερινότητα συχνά ταυτίζονται με το αντικείμενο στο οποίο «ζουν», όπως ένα έξυπνο ηχείο ή ένα κινητό τηλέφωνο. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για λογισμικό που λειτουργεί στο παρασκήνιο και συνδέει τη φωνή του χρήστη με ένα ευρύτερο ψηφιακό οικοσύστημα υπηρεσιών. Στην Ευρώπη, οι πιο διαδεδομένοι είναι η Alexa της Amazon, το Google Assistant και η Siri της Apple.
Παρότι ενσωματώνονται σε προσωπικές συσκευές, οι φωνητικοί βοηθοί δεν λειτουργούν ως απομονωμένα συστήματα. Στην πράξη, δεν υπάρχει «η Alexa του σπιτιού μου». Πίσω από κάθε συσκευή βρίσκεται ένα ενιαίο σύστημα στο cloud, ένα κοινό «μυαλό», που τροφοδοτείται από τις αλληλεπιδράσεις εκατομμυρίων χρηστών. Κάθε φωνητική εντολή δεν εξυπηρετεί μόνο τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά συμβάλλει στη συνολική εκμάθηση και εξέλιξη του βοηθού.
Για να ανταποκριθεί σε μια εντολή, ο φωνητικός βοηθός βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα για τον εντοπισμό της λέξης ενεργοποίησης (wake word). Κατ’ αρχήν, η αποστολή και επεξεργασία φωνητικών δεδομένων ξεκινά μετά την ενεργοποίηση αυτή. Ωστόσο, δεν αποκλείονται ακούσιες ενεργοποιήσεις, ιδίως σε περιβάλλοντα με θόρυβο ή πολλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα την καταγραφή ομιλιών που δεν προορίζονταν για τη συσκευή.
Για να προσφέρουν φυσική και εξατομικευμένη εμπειρία, οι φωνητικοί βοηθοί δεν επεξεργάζονται μόνο μεμονωμένες εντολές. Διατηρούν και αναλύουν προηγούμενες αλληλεπιδράσεις, ώστε να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στον χρήστη. Εδώ αναδεικνύεται μια κρίσιμη διάκριση. Άλλο η απολύτως αναγκαία επεξεργασία για την εκτέλεση μιας εντολής και άλλο η περαιτέρω αξιοποίηση των δεδομένων για σκοπούς όπως η εκπαίδευση αλγορίθμων, η ανάλυση χρήσης ή η κατάρτιση προφίλ.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή οι φωνητικοί βοηθοί τοποθετούνται σε χώρους της οικίας που χρησιμοποιούνται από περισσότερα άτομα. Εκεί ενδέχεται να βρίσκονται σύντροφοι, παιδιά ή επισκέπτες, οι οποίοι δεν απευθύνονται στη συσκευή, αλλά, απλώς μιλούν μεταξύ τους ή κινούνται στον χώρο, χωρίς να έχουν επιλέξει οι ίδιοι τη χρήση της, ούτε να είναι ενημερωμένοι για τον τρόπο λειτουργίας της. Έτσι, η τεχνολογία δεν αφορά μόνο τον κύριο χρήστη, αλλά, εκτείνεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον γύρω από τη συσκευή.
Οι διακρίσεις αυτές δεν είναι θεωρητικές. Το 2019 αποκαλύφθηκε ότι αποσπάσματα ηχογραφήσεων από φωνητικούς βοηθούς μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, όπως η Amazon και η Google, αξιολογούνταν από ανθρώπους για την εκπαίδευση των συστημάτων αναγνώρισης ομιλίας. Οι ηχογραφήσεις δεν περιορίζονταν σε συνειδητές φωνητικές εντολές, αλλά περιλάμβαναν και ακούσιες ενεργοποιήσεις, καταγράφοντας στιγμές της καθημερινής ζωής στο σπίτι, όπως μια συζήτηση, ένα γέλιο ή έναν διαπληκτισμό. Πολλοί χρήστες αγνοούσαν ότι τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταντο αποκλειστικά αυτοματοποιημένη επεξεργασία.
Το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο
Στο ευρωπαϊκό δίκαιο, η λειτουργία των φωνητικών βοηθών διέπεται από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ), ο οποίος επιτρέπει υπό προϋποθέσεις τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, όπως η φωνή. Παράλληλα, εφαρμόζεται η Οδηγία e-Privacy, η οποία ρυθμίζει την πρόσβαση στον τερματικό εξοπλισμό του χρήστη, δηλαδή, στο μικρόφωνο της συσκευής.
Σύμφωνα με την Οδηγία e-Privacy, η πρόσβαση στο μικρόφωνο επιτρέπεται, κατά κανόνα, μόνο εφόσον ο χρήστης έχει δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο όταν η πρόσβαση είναι απολύτως αναγκαία για την παροχή μιας υπηρεσίας που ο ίδιος ζήτησε ρητά. Έτσι, η καταγραφή φωνής που απαιτείται για την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης εντολής μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για ακούσιες ενεργοποιήσεις ή για την καταγραφή φωνών τρίτων που δεν έχουν συναινέσει.
Ακόμη κι όταν υπάρχει συγκατάθεση ή άλλη νόμιμη βάση, η επεξεργασία δεν είναι άνευ όρων. Ο ΓΚΠΔ θέτει ποιοτικά όρια στη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω των θεμελιωδών αρχών του άρθρου 5, ιδίως του περιορισμού του σκοπού συλλογής των προσωπικών δεδομένων, της απαγόρευσης περαιτέρω επεξεργασίας αυτών και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων. Συγκεκριμένα, τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται για σαφείς σκοπούς, γνωστούς στον χρήστη εκ των προτέρων και να περιορίζονται σε όσα είναι πράγματι κατάλληλα, συναφή και αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς. Η συλλογή πληροφοριών για μελλοντική χρήση ή επειδή η τεχνολογία το επιτρέπει δεν συμβαδίζει με το πνεύμα του ΓΚΠΔ.
Στην περίπτωση των φωνητικών βοηθών, η εφαρμογή των αρχών αυτών είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Η συνεχής εκμάθηση των συστημάτων μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία νέων χρήσεων των δεδομένων, όπως η εξαγωγή συμπερασμάτων για συνήθειες ή συναισθηματικές καταστάσεις. Έτσι, το όριο ανάμεσα στην παροχή της υπηρεσίας και τη διευρυμένη αξιοποίηση των δεδομένων γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ, το οποίο ρυθμίζει την αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων και την κατάρτιση προφίλ. Αν και η διάταξη επιτρέπει τέτοιες πρακτικές, μεταξύ άλλων όταν στηρίζονται σε ρητή συγκατάθεση, η συγκατάθεση αυτή δεν αναιρεί την υποχρέωση τήρησης των θεμελιωδών αρχών, ούτε απαλλάσσει τον υπεύθυνο επεξεργασίας από την ανάγκη ουσιαστικών εγγυήσεων και διαφάνειας.
Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι η προστασία της ιδιωτικότητας δεν αρχίζει τη στιγμή που ο χρήστης μιλά στη συσκευή, αλλά πολύ νωρίτερα, στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία έχει σχεδιαστεί. Ο ΓΚΠΔ απαιτεί η προστασία των δεδομένων να ενσωματώνεται εξαρχής στη λειτουργία της υπηρεσίας και όχι να ενεργοποιείται εκ των υστέρων μέσω ρυθμίσεων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί ο χρήστης να μπορεί κάποτε να διαγράψει ηχογραφήσεις. Σημασία έχει αν η ίδια η συσκευή έχει σχεδιαστεί ώστε να συλλέγει όσο το δυνατόν λιγότερα δεδομένα, για όσο το δυνατόν μικρότερο χρονικό διάστημα και μόνο για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς. Όταν η συνεχής συλλογή αποτελεί τον κανόνα, η ιδιωτικότητα παύει να είναι προεπιλογή και γίνεται εξαίρεση.
Λίγες σκέψεις ακόμα
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν οι φωνητικοί βοηθοί είναι «καλοί» ή «κακοί». Είναι τεχνολογίες που εγκαθίστανται στον πιο προσωπικό μας χώρο και, ακριβώς γι’ αυτό, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο κινούμαστε, μιλάμε και επιλέγουμε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Συχνά ακούγεται το επιχείρημα: και τι πειράζει; Αν η συσκευή καταλαβαίνει καλύτερα πώς νιώθουμε, αν μας μιλά πιο «ανθρώπινα» ή μας προτείνει πράγματα που μας ταιριάζουν, δεν πρόκειται απλώς για μια πιο άνετη εμπειρία;
Το ζήτημα δεν είναι η άνεση αυτή καθαυτή. Το ζήτημα είναι πότε η προσαρμογή μετατρέπεται σε καθοδήγηση. Πότε η τεχνολογία παύει να απαντά σε ό,τι ζητάμε και αρχίζει, διακριτικά, να διαμορφώνει τι θα ζητήσουμε στη συνέχεια. Όχι με επιβολή, αλλά με μικρές, συνεχείς παρεμβάσεις που δύσκολα γίνονται αντιληπτές.
Σε αυτό το σημείο, η ιδιωτικότητα δεν αφορά απλώς το αν καταγράφεται η φωνή μας. Αφορά το αν διατηρούμε τον έλεγχο των επιλογών μας. Το αν μπορούμε να σκεφτούμε, να μιλήσουμε και να αλλάξουμε γνώμη χωρίς να εντασσόμαστε σιωπηλά σε προφίλ που λειτουργούν στο παρασκήνιο.
Το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο προσφέρει σημαντικές εγγυήσεις. Η ουσιαστική του αξία, όμως, δεν εξαντλείται στη συγκατάθεση. Κρίνεται στο αν η προστασία της ιδιωτικότητας έχει προβλεφθεί εξαρχής στον σχεδιασμό της τεχνολογίας ή αν μεταφέρεται, εκ των υστέρων, στον χρήστη ως βάρος διαχείρισης.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία υπόσχεται να μας κάνει τη ζωή πιο εύκολη, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν μας ακούει μια συσκευή. Είναι αν παραμένουμε ελεύθεροι να επιλέγουμε τον τρόπο με τον οποίο ζούμε, μιλάμε και υπάρχουμε ακόμη και όταν απλώς καθόμαστε στον καναπέ και ζητάμε να χαμηλώσουν τα φώτα.
*Η Αλεξάνδρα Μελισσηνού είναι νομικός με ειδίκευση στο Δίκαιο Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (LLM in Intellectual Property) από το Queen Mary University of London και τα επαγγελματικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στα άυλα αγαθά και τα ψηφιακά δικαιώματα.